ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ


Θεώρησα σκόπιμο πριν από την περιγραφή των δύο ναυμαχιών, «του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας», που η μία είναι συνέχεια της άλλης και παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, που διεξήγετο την ίδια περίοδο με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, θεωρούνται από τις καθοριστικότερες συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών, που έγιναν από τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 480 π.Χ, μέχρι και στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. , ν’ αρχίσω με την ιστορία της Σαλαμίνας, του νησιού που από αρχαιοτάτων χρόνων έχει διαρκή και  έντονη παρουσία στα ιστορικά και πολιτιστικά δρώμενα του ελληνισμού. Του νησιού που έγινε θρύλος. Του νησιού που το όνομά του είναι  γνωστό σε όλο τον κόσμο και η προφορά του φέρει στη φαντασία μας ανυπέρβλητους ήρωες και ημίθεους. 
Νήσος Ηρώων-Νομοθετών-Συγγραφέων –Αγίων. Νήσος ευλογημένη

Η Σαλαμίνα είναι το μεγαλύτερο νησί του Σαρωνικού Κόλπου και το πλησιέστερο στις ακτές της Αττικής. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Σαρωνικού και χωρίζεται από τις ακτές της Αττικής  με το Στενό της Πάχης (βορειοδυτικά) και το στενό του Περάματος (ανατολικά). Οι δύο αυτοί δίαυλοι οριοθετούν τον Κόλπο της Ελευσίνας που εκτείνεται βόρεια της Σαλαμίνας. Στο Στενό της Πάχης το ελάχιστο πλάτος του διαύλου είναι 500 περίπου μέτρα, ενώ  στο  στενό  του Περάματος 1.200 περίπου μέτρα. Αποτέλεσμα της φυσικής απομόνωσης του Κόλπου της Ελευσίνας είναι η εξαιρετικά αργή ανανέωση των νερών του, γεγονός που οδηγεί στην συσσώρευση ρύπων και στην υποβάθμιση των βόρειων ακτών του νησιού. 
Η Σαλαμίνα, όπως όλα τα νησιά του Σαρωνικού Κόλπου, δέχεται λίγες βροχοπτώσεις, οι οποίες σημειώνονται κυρίως από τον Οκτώβριο ως τον Απρίλιο. Κατά την διάρκεια του καλοκαιριού παρατηρείται παρατεταμένη ξηρασία και πολλές φορές από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο το ύψος βροχής είναι σχεδόν μηδενικό. Συνολικά το μέσο ετήσιο ύψος βροχής κυμαίνεται γύρω στα 300 χιλιοστόμετρα. Η μέση ετήσια θερμοκρασία στις ακτές είναι 17,5°C περίπου, αλλά λόγω τής θαλάσσιας επίδρασης οι ελάχιστες θερμοκρασίες τον χειμώνα είναι σπάνια χαμηλότερες από 5° C.
Η Σαλαμίνα, λόγω της μικρής της απόστασης από την πρωτεύουσα, συγκεντρώνει αρκετούς παραθεριστές κατά την θερινή περίοδο και δέχεται χιλιάδες εκδρομείς τα Σαββατοκύριακα. Το ενδιαφέρον των παραθεριστών στρέφεται αναγκαστικά προς τις νότιες και δυτικές ακτές που είναι και οι πιο καθαρές. Κυριότερες πόλεις και κωμοπόλεις είναι τα Βασιλικά, το Μπατσί, στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού (όπου λειτουργεί και ο ναύσταθμος του Πολεμικού Ναυτικού), το Αιάντειο, τα Αμπελάκια, τα Σελήνια και τα Παλούκια στα ανατολικά απέναντι από το Πέραμα και η πρωτεύουσα Σαλαμίνα στο κέντρο του νησιού. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την γεωργία, την αλιεία και τον τουρισμό, ενώ πολλοί εργάζονται στον Ναύσταθμο και σε βιομηχανίες του Πειραιά, υπάρχουν επίσης λατομεία. 
Οι ακτές της Σαλαμίνας παρουσιάζουν εντυπωσιακές φυσικές ομορφιές με συνεχή εναλλαγή αμμώδους και βραχώδους παραλίας. Στο βόρειο τμήμα του νησιού σχηματίζονται οι όρμοι Βασιλικά και Ψιλής Άμμου, ενώ στα δυτικά του Αγίου Γεωργίου. Στο κέντρο σχηματίζεται ο Όρμος της Σαλαμίνας, στον μυχό του οποίου είναι κτισμένη η Πόλη της Σαλαμίνας. Ο 'Όρμος της Σαλαμίνας είναι τόσο μεγάλος, ώστε χωρίζει σε δύο τμήματα το νησί, σχηματίζοντας έναν ισθμό πλάτους 2 χιλιομέτρων και δίνοντάς του το χαρακτηριστικό σχήμα στο οποίο οφείλει την κοινή ονομασία «Κούλουρη» (προέρχεται από το κολύρα, ένα έδεσμα παρόμοιο με τη σημερινή κουλούρα. εγκ. ήλιος) Νότια διαμορφώνεται ο Όρμος του Περάνη. Στα δυτικά, στις απολήξεις του Όρμου της Σαλαμίνας, σχηματίζονται τα ακρωτήρια Καράς και Πετρίτης. Νοτιότερα σχηματίζεται το ακρωτήριο Κανάκια όπου βρίσκονται και οι ομώνυμες νησίδες. Στις νότιες ακτές του νησιού υπάρχουν τα ακρωτήρια Κόγχη και Πέρανη, ενώ στις ανατολικές τα ακρωτήρια Τούρλα και Τρόπαια. Ανατολικά της Σαλαμίνας βρίσκεται η νησίδα Ψυτάλλεια και βορειοδυτικά, κοντά στον δίαυλο της Πάχης, οι νησίδες Μακρόνησος και Ρεβυθούσα.
 Η Σαλαμίνα συνδέεται ακτοπλοϊκώς με τον Πειραιά από τα Παλούκια. Πυκνά δρομολόγια (κάθε 15') γίνονται και από το Πέραμα προς τα Παλούκια με πλοιάρια και οχηματαγωγά. Πορθμειακή γραμμή συνδέει επίσης την παρακείμενη ακτή της Ιεράς Μονής Φανερωμένης με την Νέα Πέραμο Μεγάρων και τα Μέγαρα και παρέχει εύκολη πρόσβαση στην Αττική Οδό. Και σ’αυτή τη γραμμή γίνονται επίσης πυκνά δρομολόγια. Το νησί κατά την απογραφή του 1981 είχε 28. 574 κατοίκους.  Διοικητικά ανήκει στην επαρχία  Πειραιώς (υπόλοιπο) του νομού Αττικής.
 To νησί είναι γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων γιατί, αφ’ ενός μεν διεδραμάτισε σοβαρό ρόλο σε όλα τα μεγάλα γεγονότα του Ελληνισμού: Τρωικός πόλεμος - Ναυμαχία της Σαλαμίνος -Ελλη-νική επανάστηση 1821 και αφ’ ετέρου ανέδειξε ή εφιλοξένησε μεγάλες προσωπικότητες όπως: Ο περίφημος Αίαντας, ο Σόλων, ο Ευριπίδης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Όσιος Λαυρέντιος, ο Γ. Καραϊσκάκης (Το μνήμα του ευρίσκεται στον Ι. Ναό του  Αγίου Δημητρίου, στη Σαλαμίνα), ο αγωνιστής του 1821 Γκούρας (το μνήμα του  ευρίσκεται στην Ι.Μονή της Παναγίας Φανερωμένης) κ.α



Ιστορία.
Αρχαιότητα. Κατά την μυθολογία το νησί πήρε την ονομασία του από την Σαλαμίνα, κόρη του ποτάμιου Θεού Ασωπού, σύζυγο του Ποσειδώνα και Μητέρα του Κυχρέως. Ονομάζετο επίσης Πιτυούσα, από το δέντρο «Πίτυν» (Πεύκο), Σκιράς (από τον ήρωα Σκίρο και Κυχρεία από τον ήρωα Κυχρέα ο οποίος πήρε την εξουσία όταν απάλλαξε το νησί από έναν φοβερό δράκοντα, τον Όφι. Κατά τη μυθολογία (Μυθ.) ο Κυχρέας ήτο πρώτος κάτοικος και βασιλιάς  της Σαλαμίνας, γιος του Ποσειδώνος και της νύμφης Σαλαμίνας, κόρης του ποτάμιου θεού Ασωπού. Παραδίδεται ότι έγινε βασιλιάς της Σαλαμίνας όταν απάλλαξε το νησί από έναν φοβερό δράκοντα. Από τον Κυχρέα ονομάστηκε όλο το νησί Κυχρεία (Στράβ. 9, 393) καθώς και μια πόλη του, αλλά ο ίδιος ονόμασε το νησί Σαλαμίνα, από τη μητέρα του (Παυσ.1,35,2).
Κατά μία παράδοση, ο Κυχρεύς έτρεφε ένα φίδι, τον «Κυχρείδην όφιν», το οποίο, μετά τον θάνατο του Κυχρέα, έδιωξε ο Ευρύλοχος από
το νησί, οπότε εκείνο κατέφυγε στην Ελευσίνα, όπου έγινε δεκτό από τη Δήμητρα και μπήκε στην υπηρεσία της.
Αλλά και ο ίδιος ο Κυχρεύς απεκαλείτο, όπως και ο Κέκροπας, «δίμορφος», «γηγενής» και «διφυής» και απεικονίζετο από τους καλλιτέχνες ως μισός άνθρωπος πάνω και μισός φίδι κάτω (Λυκ. 110 κ. εξ.). Τον θεωρούσαν μάλιστα, όπως και τον Ερεχθέα στην Αθήνα, προστάτη - ήρωα και υπήρχε ιερό στη Σαλαμίνα όπου τον τιμούσαν με θεϊκές τιμές (Πλούτ. Θησ. 10), ή σύμφωνα με άλλη μαρτυρία (Πλούτ. Σόλ. 9), με χθόνια λατρεία. Λέγεται, ακόμη, ότι παρ' όλο που το φίδι διώχτηκε, ο Κυχρεύς, διατηρώντας τη συμπάθειά του στο νησί, εμφανίστηκε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας του 480 π.χ και βοήθησε στη νίκη, προκαλώντας σύγχυση στους Πέρσες. Ο Απόλλων επιβεβαίωσε με χρησμό πως το φίδι ήταν ο Κυχρεύς (Παυσ. 1 36, 1) και οι Αθηναίοι τον τίμησαν με θεϊκές τιμές. Το ιερό του πρέπει να ήταν στη χερσόνησο που λεγόταν Κυνόσουρα.
Στο ακρωτήριο, στην είσοδο του κόλπου των Αμπελακίων, έδιναν στην αρχαιότητα κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, την ονομασία «Κυχρείος Πάγος».
Στη παλαιά πόλη της Σαλαμίνας, «Κυχρεία» (Στράβ. 9, 393). υπήρχε  επίσης ιερό του επώνυμου ήρωα της πόλης, Κυχρέως και πρώτου βασιλιά του νησιού. Κατά τον Στράβωνα η πόλη, που δεν σωζόταν πλέον στους χρόνους του, ήταν χτισμένη στις νότιες ή νοτιοδυτικές ακτές της Σαλαμίνας που βλέπουν προς την Αίγινα, απ' όπου προέρχονται και τα ευρήματα που απεικονίζονται στη φωτογραφία.      
Ο Κυχρεύς πέθανε χωρίς να αφήσει γιο. Σύμφωνα με μια παράδοση, μη έχοντας διάδοχο, άφησε τον θρόνο πεθαίνοντας στον Τελαμώνα ο οποίος κατέφυγε εκεί από την Αίγινα αφού ο πατέρας του Αιακός ανακάλυψε ότι είχε σκοτώσει τον αδελφό του Φώκο.
Μία κόρη του Κυχρέως παντρεύτηκε τον εξόριστο, από την Αίγινα, Αίαντα  Τελαμώνιο ο  οποίος και ανέλαβε στη συνέχεια την εξουσία. Τότε προφανώς συντελέσθη και ο εποικισμός των Αιγινητών. Το νησί όμως διεκδικούσαν Αθηναίοι και Μεγαρείς. Η μυθολογία αναφέρει πως ο Φίλαιος ή Φιλαίος γιός του Αίαντα, μαζί με τον αδελφό του Ευρυσάκη (κατά τον Παυσανία  ο Φίλαιος ήταν γιός του Ευρυσάκη και εγγονός του Αίαντα), έγινε Αθηναίος πολίτης και παρέδωσε το νησί του στους Αθηναίους.
Στην πραγματικότητα από τα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα, κύριοι της Σαλαμίνας  ήταν οι Μεγαρείς, που την κατείχαν ως το 570 περίπου π.χ. Τότε και μετά από εικοσαετή πόλεμο με τους Αθηναίους, το νησί πέρασε στους τελευταίους, οι οποίοι το κατέλαβαν με κάποιο στρατήγημα του Σόλωνος (Αθηναίος πολίτης), ο οποίος ήλκε τη καταγωγή του από τη Σαλαμίνα. Από το 350 ως το 318 π.Χ. είχε το δικαίωμα κοπής νομισμάτων. Βρέθηκε τύπος νομίσματος με γυναικεία κεφαλή στεφανωμένη (η Σαλαμίς), ασπίδα και ξίφος με τελαμώνα (αναφορά στον Αίαντα).
Το 318 π.Χ., κατά τον πόλεμο Κασσάνδρου και Αθηναίων, Το νησί κατέλαβαν οι Μακεδόνες. Το 229 π.χ. ο Άρατος το παραχώρησε στους Aθηναίους, οι οποίοι έστειλαν εκεί κληρούχους. Την εξουσία ασκούσε ετήσιος κληρωτός άρχοντας και ένας  στρατηγός.
Σε πολλές θέσεις του νησιού βρέθηκαν μυκηναϊκοί τάφοι. Η παλαιότερη πρωτεύουσα του νησιού βρισκόταν στα νότια,  στραμμένη προς την Αίγινα, ενώ η κλασική είχε κτιστεί βορειοανατολικά απέναντι από την Αθήνα. Τα σημερινά λείψανα είναι ελάχιστα, ο Παυσανίας όμως αναφέρει τα ερείπια της αγοράς και του ναού του Αίαντα, όπου τελούσαν γυμνικούς αγώνες. Μαρτυρούνται επίσης, ο βωμός των 12 θεών, ο ανδριάντας του Σόλωνος και της δημοκρατίας, η Στοά, η Εξέδρα, το γυμνάσιο, πολλοί ναοί και ιερά. 
Η βυζαντινή περίοδος. Κατά τη βυζαντινή περίοδο η νήσος ενετάχθη στην επαρχία Αχαΐας του Aνατολικού Ιλλυρικού και ακολούθησε τις τύχες του μεταξύ Ανατολής και Δύσεως μέχρι τον 8ο αιώνα. Συμμετείχε στην οικονομική ακμή της ευρύτερης περιοχής κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους. Μετά την Δ' Σταυροφορία (1204) περιήλθε στους Βενετούς, αλλά το 1294 παρεδόθη από τον Γουίδο Δελαρός στον άρxοντα της Ευβοίας Βονιφάτιο τον εκ Βερόνας. Κατά τον 14ο αιώνα απελευθερώθηκε από τους βυζαντινούς και ενετάχθη στην δικαιοδοσία του Βυζαντινού διοικητή της Μονεμβασίας.
Νεώτεροι χρόνοι. Μετά την κατάληψη του Αιγαίου από τους Τούρκους ο πληθυσμός της Σαλαμίνας μόλις έφθανε τους 400 κατοίκους. Λίγα χρόνια αργότερα κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο(1688), όταν η Αθήνα πολιορκήθηκε από το Φραγκίσκο Μοροζίνι, κατέφυγαν Αθηναίοι στην Σαλαμίνα. Το 1693 το νησί υπήρξε ένα από τα ορμητήρια των Βενετών. Τον 18ο αιώνα η διοίκηση του νησιού είχε ανατεθεί σε βοεβόδα, αξιόλογη όμως ήταν, όπως προκύπτει από τις πηγές, η κοινοτική της οργάνωση. Ανήκε στην δικαιοδοσία του καπουδάν πασά και του δραγουμάνου του στόλου και κατά την υποχρεωτική ναυτολογία των νησιωτών από τους Τούρκους η Σαλαμίνα απαλλασσόταν, επειδή παρείχε υλικά για την επισκευή των πλοίων όπως πίσσα κ.α.
Στην Επανάσταση του 1821, αμέσως μετά την εξέγερση των Σπετσών, υψώθηκε στο νησί η επαναστατική σημαία και κατά την πολιορκία της Αθήνας από τον Ομέρ Βρυώνη, τον Ιούλιο του 1821, πάλι η Σαλαμίνα έγινε καταφύγιο των Αθηναίων. Το 1827, όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, στο νησί συγκεντρώθηκαν 2.000 περίπου άνδρες με επικεφαλής τον Μακρυγιάννη, τον Δημήτριο Καλλέργη και τον Ιωάννη Νοταρά, οι οποίοι ενίσχυσαν αποφασιστικά τους πολιορκημένους.
Η Σαλαμίνα έγινε γνωστή σ΄ όλο το κόσμο από τη ναυμαχία της Σαλαμίνος, που απετέλεσε την απαρχήν νικηφόρων πολέμων των Ελλήνων κατά των Περσών και απάλλαξε την Ελλάδα και όλη την  Ευρώπη  απ’ αυτόν τον κίνδυνο.
Ακόμα και σήμερα πασίγνωστη είναι η φράσις, η σχετική με τη Σαλαμίνα, "πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη". Η φράσις αυτή προήλθε είτε επειδή, όταν επίκειτο βαρβαρική εισβολή εις την Αθήνα και τα περίχωρά της αυτοί μετέφεραν τους αμάχους ( Κυρίως παιδιά και γυναίκες), για ασφάλεια στη Σαλαμίνα (Εγίνετο εκκένωσις), είτε επειδή, κατά τη δοξασία των Αθηναίων και άλλων Ελλήνων, η ψυχή των νεοπεθαμένων, για τρεις ημέρες και πριν πάει στον κάτω κόσμο (Αχέροντα), φτερούγιζε πάνω από την πευκόφυτη Σαλαμίνα. Κατά τη γνώμη μου, η δεύτερη εκδοχή είναι η ποιό ορθή.

Ναυμαχία του Αρτεμισίου
(Ηροδότου ιστ. βιβλ. Η’ΟΥΡΑΝΙΑ) 
     
 Από τις καθοριστικότερες συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών, που έγιναν τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 480 π.Χ, (η ναυμαχία του Αρτεμισίου, περίπου την ίδια περίοδο με τη γνωστή μάχη των Θερμοπυλών) και στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου (η ναυμαχία της Σαλαμίνος) του 480 π.Χ. στα στενά μεταξύ της νήσου Σαλαμίνας και των ακτών της Αττικής, η οποία ήτο η συνέχεια της ναυμαχίας του Αρτεμισίου και πλέον καθοριστική.
Μετά τις Θερμοπύλες, η μόνη αμυντική γραμμή για τους Έλληνες ήταν ο Ισθμός της Κορίνθου.        
Εκείνοι οι οποίοι απήρτησαν την ναυτική δύναμη των Ελλήνων (η απόφαση συγκροτήσεως κοινής ναυτικής δύναμης ελήφθη στο συνέδριο του Ισθμού στο οποίο καθορίστηκε και ο χώρος αμύνης του στρατού ξηράς και του ναυτικού) ήσαν οι έξης :Οι Αθηναίοι οι όποιοι διέθεσαν εκατόν είκοσι επτά (127) πλοία {εκείνη την εποχή διέθεταν 200 τριήρεις και 100 πεντηκοντόρους (παλαιά)}, οι Πλαταιείς οι οποίοι προθύμως και με θάρρος συνεπλήρωσαν πληρώματα Αθηναϊκών πλοίων, καίτοι άπειροι εις την ναυτικήν τέχνην, οί Κορίνθιοι οι οποίοι διέθεσαν τεσσαράκοντα πλοία, οι Μεγαρείς με είκοσι πλοία, οί Χαλκιδείς οι όποιοι επήνδρωσαν είκοσι πλοία, παραχωρηθέντα σ’ αυτούς από τους Αθηναίους, οι Αιγινήται (καίτοι ευρίσκοντο σ’ εμπόλεμο κατάσταση με τους Αθηναίους προσέτρεξαν προθύμως, χάριν της κοινής σωτηρίας και συμφιλιώθηκαν με τους Αθηναίους) με δέκα οκτώ, οι Σικυώνιοι με δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επι-δαύριοι με οκτώ, οι Eρετριείς με επτά, οι Τριζήνιοι με πέντε, οι Στυ-ρείς (Στύρα Ευβοίας) με δύο, οι Κείοι με δύο τριήρεις και δύο πεντηκοντόρους, καί οι Οπούντιοι Λοκροί οι οποίοι εβοήθησαν με τις επτά πεντηκοντόρους τις οποίες είχαν.
Αυτοί λοιπόν ήσαν εκείνοι που έπλευσαν στο Αρτεμίσιο (παραλία στη βόρεια Εύβοια μεταξύ Μαγνησίας και Φθιώτιδος, όπου και το ομώνυμο ακροτήρι), και με πλοία διατεθέντα παρά των προαναφερθέντων Εθνών.
Ο αριθμός των συγκεντρωθέντων εις Αρτεμίσιο πλοίων, έκτος των πεντηκοντόρων, ανήρχετο σε διακόσια εβδομήκοντα ένα (271) . Στρατηγός έχων την ανωτάτη διοίκησιν ωρίσθηκε υπό των Σπαρτιατών ο Ευρυβιάδης, ο υιός του Ευρυκλείδου και αυτό επειδή οι σύμμαχοι εδήλωσαν ότι εάν δεν αναλάβει την ηγεσία Λάκων, δεν θα ακολουθήσουν αυτοί, προτιμώντες μάλλον τη διάλυση του μέλλοντος να συγκροτηθεί στόλου, παρά τους Αθηναίους ηγεμονεύοντας.
Αυτά όμως συνέβησαν αργότερα. Τότε, οι περί το Αρτεμίσιο συγκεντρωθέντες Έλληνες, ευθύς ως αντελήφθησαν ότι πολλά εχθρικά πλοία κατέ-πλευσαν εις Αφέτας (πόλις της Μαγνησίας στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου, κοντά στο σημερινό χωριό Τρίκερι) πλήρη στρατευμάτων όλα, εφοβήθησαν μήπως παρ’ ελπίδα οι επιχει-ρήσεις  εξελίσσοντο, για τους Πέρσας, ευνοϊκό-τερα απ’ ότι αυτοί ανέμενον (οι Έλληνες είχαν πληροφορηθεί τη καταστροφή του Περσικού στόλου στο Πήλιο, από τη τρικυμία και δεν ανέμενον τόσο μεγάλη δύναμη), εφοβήθησαν, και εσκέπτοντο να φύγουν από το Αρτεμίσιον, προς τα ενδότερα της Ελλάδος.
Όταν οι Ευβοιείς αντελήφθησαν ότι είχαν κατά νου να υποχωρήσουν, παρεκάλουν τον Ευρυβιάδην, όπως παραμείνουν για ολίγον χρόνο, μέχρις ότου μεταφέρουν τα τέκνα και τους οικείους τους σε ασφαλέστερο μέρος.
Κατ' αρχάς και πριν στείλουν για να ζητήσουν τη συμμαχία της Σικελίας (εζήτησαν τη βοήθεια του ισχυροτάτου τότε τυράννου των Συρακουσών Γέλωνος ), έγινε λόγος περί του δικαίου αναθέσεως της διοικήσεως του στόλου στους Αθηναίους. Επειδή όμως οι σύμμαχοι εναντιώθηκαν, οι Αθηναίοι υπεχώρησαν, δεδομένου ότι πρωτίστως ενδιαφέροντο για  τη σωτηρία της Ελλάδος, και είχαν επίγνωση, ότι εάν ανεφύοντο έριδες περί την ηγεσίαν, η Ελλάς θα αφανίζονταν. Και σωστά έπραξαν, διότι η διχόνοια κατά τον χρόνο της διεξαγωγής πολέμου είναι τόσον χειροτέρα, όσον χειρότερος είναι ο πόλεμος από την ειρήνη. Επειδή εγνώριζαν αυτό καλώς, δεν αντέδρασαν στις απαιτήσεις των συμμάχων, αλλά υπεχώρησαν, και επιπλέον όπως  απεδείχθη, είχαν μεγάλην ανάγκην τούτων. Όταν δε  εξέλειπε ο κίνδυνος των Περσών, ήγειραν αξιώσεις και αφήρεσαν την ηγεμονίαν από τους Λακεδαιμόνιους.
Επειδή όμως αυτός ήτο αμετάπειστος, απευθύνθησαν στο στρατηγό των Αθηναίων Θεμιστοκλήν, τον οποίον και κατόρθωσαν να πείσουν όπως παραμείνουν εκεί και συνάψουν ναυμαχία προ της Ευβοίας, αμείψαντες αυτόν δια τριάκοντα (30) ταλάντων.
Ο Θεμιστοκλής με σκοπό να συγκρατήσει εκεί τους Έλληνες ενήργησε τα παρακάτω: παρεχώρησεν από τα  χρήματα αυτά πέντε (5) τάλαντα στον Ευρυβιάδην, ως δήθεν διδόμενα υπ' αυτού εξ ιδίων. Αφού έπεισε τούτον, και επειδή εκ των λοιπών στρατηγών μόνον ο Αδείμαντος του Οκύτου στρατηγός των Κορινθίων αντέδρα, απειλώντας ότι δεν θα παραμείνει στο Αρτεμίσιον αλλά θα αποχωρήσει, ο Θεμιστοκλής συνοδεύων τους λόγους του με όρκους του είπεν: Μη μας εγκαταλείπεις  και θα σου δώσω μεγαλύτερα δώρα από όσα θα σου έστελεν ο βασιλεύς των Μήδων, εάν εγκατέλειπες τους συμμάχους σου. Συγχρόνως ενώ έλεγεν αυτά, απέστειλεν εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία (3) αργυρά τάλαντα.
Αυτοί λοιπόν δωροδοκηθέντες (κατά το Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής , έδωσε και ένα τάλαντο στον τριηράρχη της ιεράς νιός  «Σαλαμηνίας») μετεπείσθησαν, και έτσι η επιθυμία των Ευβοέων ικανοποιήθηκε, και ο Θεμιστοκλής εκέρδισεν (Εδώ ο Θεμιστοκλής δείχνει πλεονεξία  περί τα χρήματα), εν αγνοία των άλλων τα υπόλοιπα, τα οποία εκράτησε για τον εαυτό του, δεδομένου ότι οι λαβόντες μερίδιον από αυτά τα χρήματα, επίστευον ότι αυτά εστάλησαν υπό των Αθηναίων γι' αυτό το σκοπό.
Κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν έμειναν και εναυμάχησαν  στην  Εύβοια. Η ναυμαχία διεξήχθη κατά τον ακόλουθον τρόπο. Όταν περί την εσπέραν έφθασαν εις Αφέτας οι βάρβαροι, διεπίστωσαν ιδίοις όμμασι, εκείνο το οποίο προηγουμένως είχαν πληροφορηθεί, ότι δηλαδή εις Αρτεμίσιον εναυλόχουν ολίγα Ελληνικά πλοία, και ήσαν πρόθυμοι να επιτεθούν δια να τα κυριεύσουν. Έκριναν όμως ότι δεν ήτο φρόνιμον να επιτεθούν κατά μέτωπον διά τον λόγον ότι υπήρχε πιθανότητα, βλέποντες αυτούς οι Έλληνες πλέοντας εναντίον των, να τραπούν σε φυγή, καλυπτόμενοι υπό της νυκτός,  και να σωθούν διά της φυγής, ενώ όπως έλεγαν θα έπρεπε να μη διαφύγη ούτε πυρφόρος (κατά παλαιάν συνήθειαν προ της μάχης ο ιερεύς του Άρεως έφερεν εκ του βωμού και έρριπτεν εις το μέσον δαυλόν αναμένον και έτσι ήρχιζεν η μάχη).
Προς το σκοπό λοιπόν αυτόν, κατέστρωσαν το ακόλυθο σχέδιον : Να αποσπάσουν εκ του στόλου 200 πλοία, τα oποία να απο­στείλουν έξωθι της Σκιάθου, και εκείθεν περιπλέοντα την Εύβοια  να εισέλθουν στον Εύριπο δια του Καφηρέως (σημερινός κάβο ντόρο) και της Γεραιστού (σημερινός κάβο Μαντέλος, στο Ν. και ΝΑ. Άκρο της Εύβοιας), χωρίς, να γίνουν αντιληπτά από τον εχθρό.
Τοιουτοτρόπως, θέτοντες τους Έλληνας εις το μέσον, αυτοί μεν να αποκόψουν την οδόν υποχωρήσεως οι λοιποί δε να επιτεθούν κατά μέτωπον. Αφού απεφάσισαν την εφαρμογή του, όρισαν και απέστειλαν προς την Σκιάθον τα πλοία, προτιθέμενοι να μην  επιτεθούν κατά των Ελλήνων ούτε την ημέραν εκείνην, ούτε τας άλλας πριν δοθεί εις αυτούς, παρά των παραπλεόντων, το καθορισμένο σύνθημα, ότι έφθασαν εις τον τόπον του προορισμού των.
Αφού απέστειλαν αυτά τα πλοία, ενήργησαν καταμέτρηση των ευρισκομένων πλοίων εις Αφέτας (δεν αναφέρεται το αποτέλεσμα της καταμετρήσεως).
Καθόν χρόνον ενηργείτο η καταμέτρησις συνέβη το ακόλουθο περιστατικόν. Υπήρχε στο στρατόπεδον των Περσών άνθρωπος τις, Σκιωναίος, ονόματι Σκυλίας, ο οποίος  ήτο ο άριστος των δυτών της επο­χής του, και ο οποίος στο επισυμβάν περί το Πήλιον ναυάγιον, διέσωσεν πολλά πράγμα τα των Περσών, και αυτός εκέρδισεν πολλά. Αυτός λοιπόν ο Σκυλίας είχεν από πρότερον κατά νου να αυτομολήσει στους Έλληνες, αλλά μέχρι τότε δεν του είχε δοθεί ή κατάλληλη ευκαιρία.
Κατά ποίον τρόπον έφθασεν από εκεί στους Έλληνες, δεν δύναμαι να είπω μετά πεποιθήσεως, εάν όμως τα λεγόμενα περί τούτου είναι αληθή, είναι άξιος Θαυμασμού, καθ' όσον λέγεται ότι, καταδυθείς στη θάλασσαν· από τας Αφέτας, δεν εξήλθεν απ’ αυτήν έως ότου έφθασεν εις Αρτεμίσιον, διανύσας περίπου ογδοήκοντα στάδια εντός της θαλάσσης. Λέγονται ακόμη και άλλα περί του ανδρός, τα οποία δεν φαίνονται αληθή αν και μερικά τούτων είναι αληθή. Όσον άφορα στα ανωτέρω λεχθέντα, έχω τη γνώμην ότι έφθασεν εις Αρτεμίσιο με πλοίον. Όταν εφθασεν εις Αρτεμίσιον εφανέρωσεν  στους στρατηγούς τα περί της κινήσεως των παρα­πλεόντων την Εύβοιαν πλοίων και περί του επισυμβάντος ναυαγίου.
Όταν επληροφορήθησαν αυτά οι Έλληνες συνήλθον εις σύσκεψιν. Κατ' αυτήν ελέχθησαν πολλά, και τελικώς επεκράτησεν η γνώμη, να παρα­μείνουν ναυλοχούντες εκεί, κατ’ εκείνην την ημέραν, και μετά το μεσονύκτιο να κινήσουν προς συνάντησιν των παραπλεόντων πλοίων. Μετά ταύτα και καθώς ουδείς εκινείτο εναντίον των, αναμείναντες μέχρι το εσπέρας της ημέρας εκείνης, επλευσαν αυτοί κατά των βαρβάρων, με σκοπόν να εκτελέσουν άσκησιν μάχης, και συγχρόνως εγχείρημα διεισδύσεως (διέκπλουν ).
Βλέποντες αυτούς οι στρατηγοί και οι λοιποί στρατιώται του  Ξέρξου, να πλέουν με ολίγα πλοία εναντίον των, εθεώρησαν αυτούς πα-ράφρονας, και εκίνησαν και αυτοί εναντίον των ελπίζοντες να τους καταβάλουν ευκόλως : και δικαίως ήλπιζαν, καθ' όσον έβλεπον ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα, ενώ τα δικά τους και πολλαπλάσια τούτων κατά τον αριθμόν ήσαν, και πλέον ταχύπλοα. Έχοντες αυτά υπ' όψιν των προσεπάθουν να κυκλώσουν τους "Έλληνας. Τότε όσοι μεν εκ των Ιώνων διέκειντο συμπαθώς προς τους Έλληνας, και είχον ακουσίως στρατευθεί, Ελυπούντο σφόδρα επειδή έβλεπον τους Έλληνας να κυκλώνονται, πιστεύοντες ότι ουδείς εξ αυτών έμελλε να διαφύγει προς τα οπίσω. Όσοι δε πάλιν (εκ των Ιώνων) ησθάνοντο ευχαρίστησιν για την τροπήν αυτή των πραγμάτων, συνηγωνίζοντο ποίος πρώτος θα κυριεύση Αττικόν πλοίον διά να λάβει παρά του βασιλέως δώρα, καθ’ όσον εις τον βαρβαρικόν στόλον οι Αθηναίοι έχαιρον μεγάλης φήμης.
Αμέσως όταν εδόθη το πρώτον σύνθημα, οι Έλληνες έστρεψαν τας πρώρας των πλοίων των προς τη κατεύθυνση των βαρβάρων, συμπτύσσοντες  συγχρόνως αυτά με τας πρύμνας των προς το κέντρον. Με το δεύτερο σύνθημα ήρχισαν να επιτίθενται παρ΄ όλον ότι ο χώρος στον οποίο ήσαν ανεπτυγμένοι ήτο περιωρισμένος, και ευρίσκοντο παρατεταγμέ­νοι έναντι αλλήλων.
Κατά την ναυμαχίαν αυτήν εκυρίευσαν τριάκοντα βαρβαρικά πλοία, και συνέλαβον αιχμάλωτο τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν του βα­σιλέως των Σαλαμινίων (της Κύπρου) Γόργου, ο οποίος εθεωρείτο σημαίνον πρόσωπον στο στρατόπεδο των Περσών.
Ο πρώτος Έλλην που αιχμαλώτισε εχθρικό πλοίον, ήτο ο Αθη­ναίος Λυκομίδης του Αισχραίου, ο οποίος και έλαβεν το έπαθλον.
Όταν όμως Ενύκτωσεν, οι δύο αντίπαλοι εχωρίσθησαν, και έτσι η νίκη της ναυμαχίας αυτής, παρέμεινε αμφίβολος.
Οι Έλληνες επανέπλευσαν στο Αρτεμίσιον, οι δε βάρβαροι, μετά τον αγώνα του οποίου η έκβασις ήτο διάφορος της προσδοκομένης, εις Αφέτας. Κατά τη ναυμαχίαν αυτή, από τους Έλληνας που συνόδευαν τον Βασιλέα μόνον ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, και για τη πράξη του αυτή, οι Αθηναίοι του παρεχώρησαν κτήμα τα εις Σαλαμίνα.
Όταν ενύκτωσεν (και ήτο περί το μέσον του θέρους) ήρχισε να πέφτει ραγδαία βροχή διαρκέσασα καθ' όλη τη νύκτα, ενώ ηκούοντο συγχρόνως ισχυραί βρονταί από το Πήλιο. Πτώματα και ναυάγια εξεβράζοντο εις Αφέτας και καθώς εφέροντο περί τας πρώρας των πλοίων, ετάρασσον τους ταρσούς των κωπών. Οι στρατιώται ακούοντες ταύτα επανικοβλήθησαν νομίζοντες ότι θα χαθούν οπωσδήποτε μετά και  τις τόσες συμφορές που  είχον υποστεί, καθ' όσον πριν πάρουν ανάσα από το ναυάγιο και τη τρικυμία που συνέβησαν σ’ αυτούς στο Πήλιον, επακολούθησεν σκληρή ναυμαχία, και μετά απ' αυτή ραγδαία βροχή, και φοβεραί βρονταί, και ορμητικοί χείμαροι εκβάλοντες στη θάλασσα.
Γι' αυτούς μεν, έτσι επέρασε η νύκτα εκείνη, δι' εκείνους δε τους οποίους είχον αποστείλει να περιπλεύσουν την Εύβοιαν, η ίδια νύκτα ήτο πολύ αγριωτέρα, καθ' όσον ευρέθησαν πλέοντες εις ανοικτόν πέλαγος και έτσι είχον άδοξον τέλος. Η βροχή και η τρικυμία βρήκαν αυτούς παραπλέοντας τα Κοίλα Ευβοίας. Παρασυρόμενοι δε από τους ανέμους και μη γνωρίζοντες που εφέροντο, εξώκειλαν στους βράχους. Όλα αυτά έγειναν κατά θείαν οικονομία για να εξισωθεί το Περσικό με το Ελληνικό ναυτικό, και να μην είνα κατά πολύ υπέρτερο το μεν του δε.
Ενώ λοιπόν αυτοί κατεστράφησαν περί τα Κοίλα Εύβοιας, άλλοι βάρβαροι οι ευρισκόμενοι κοντά στις Αφέτες, με αγαλλίασιν ατένισαν το φως της ημέρας, τηρούντες εν αδρανεία τα πλοία τους, και ήσαν ευχαριστημένοι, επειδή προς το παρόν τουλάχιστον ησύχαζαν μετά από τόσας συμφοράς.
Στους Έλληνες αφίχθησαν ενισχύσεις εκ πεντήκοντα τριών (οι ενισχύσεις εστάλησαν κατόπιν αιτήσεως του Θεμιστοκλή καθόν χρόνο οι Έλληνες εσκέπτοντο να αποχωρήσουν από το Αρτεμίσιο, που δείχνει ότι ο Θεμιστοκλής ήτο αποφασισμένος, έστω και μόνος με τους Αθηναίους να ναυμαχίσει στο Αρτεμίσιο) αττικών πλοίων. Η άφιξις των ενισχύσεων αυτών, και συγχρόνως η πληροφορία ότι πάντες οι παραπλέοντες την Εύβοιαν βάρβαροι, κατεστράφησαν εκ της επελθούσης κακοκαιρίας, ενεθάρρυναν αυτούς. Περιμένοντας λοιπόν την ίδια ώρα (όπως την προηγουμένην) έπλευσαν και επέπεσαν σε μερικά πλοία της Κιλικίας τα οποία και κατέστρεψαν, και ύστερα επειδή έπεσε η νύκτα επανέπλευσαν εις Αρτεμίσιον.
Την τρίτην ημέραν οι στρατηγοί των βαρβάρων, κρίνοντες ότι είναι απαράδεκτο να υφίστανται ζημίας από τόσον ολίγα πλοία, και επειδή εφοβούντο τον Ξέρξη, δεν περίμεναν τους Έλληνας να αναλάβουν την πρωτοβουλίαν, αλλά περί την μεσημβρίαν παροτρύνοντες αλλήλους εκίνησαν τα πλοία τους προς μάχην. Συνέπεσεν δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας της διεξαγωγής των ναυμαχιών αυτών, να διεξάγωνται και αι μάχαι των Θερμοπυλών. Η προσπάθεια όλη του ναυτικού, εστρέφετο στη διαφύλαξη του Ευρίπου, όπως η προσπάθεια των περί τον Λεωνίδαν εστρέφετο  στη φύλαξη των στενών.
Οι μεν λοιπόν Έλληνες κατέβαλον κάθε προσπάθεια να αποτρέψουν είσοδον των βαρβάρων στην Ελλάδα, οι δε βάρβαροι προσεπάθουν, καταστρέφοντες τας Ελληνικάς δυνάμεις, να γίνουν κύριοι των Στενών.
Ενώ λοιπόν ο στόλος του Ξέρξου έπλεεν σε τάξη μάχης κατά των Ελλήνων, εκείνοι ήρεμοι παρέμεινον εις Αρτεμίσιον.
Αφού οι βάρβαροι έλαβον το σχηματισμό ημισελήνου, ήρχισαν να κυκλώνουν τα Ελληνικά πλοία, με τη πρόθεση να αποκλείσουν αυτά πανταχόθεν. Κατόπιν τούτου εκίνησαν και οι Έλληνες εναντίον των και έτσι συνεπλάκησαν. Κατά τη διεξαχθείσαν ναυμαχίαν αμφότεροι επέδειξαν την αυτήν σχεδόν γεναιότητα. Το ναυτικό του Ξέρξου λόγω του πλήθους και του μεγέθους των πλοίων, υφίστατο απώλειες αφ' εαυτού, καθ' όσον περιερχόμενα εις αταξίαν τα πλοία, έπιπτον το εν επί του άλ­λου. Παρ' όλον τούτο όμως δεν υπεχώρουν, αλλά παρέμενον διότι θεωρούσαν ότι θα ήτο αισχρόν να τραπούν σε φυγήν από ολίγα πλοία. Οι απώλειες των Ελλήνων σε άνδρες και πλοία ήσαν πολύ μεγάλαι, πολύ μεγαλύτεραι όμως και σε πλοία και σε άνδρες ήσαν οι απώλειες των βαρβάρων. Αφού ηγωνίσθησαν κατ' αυτόν το τρόπο γενναίως, αμφότεροι εχωρίσθησαν. (εδώ φαίνεται ότι οι Έλληνες υπερτέρουν των βαρβάρων σε στρατιωτική εκπαίδευση και δεξιοτεχνία, σε τακτική σκέψη των τριηραρχών και λοιπών μικρών ηγητόρων , σε ηθικό, σε αποφασιτικότητα και κυρίως στην στρατηγική σκέψη του Θεμιστοκλέους)
Στη ναυμαχίαν αυτήν, από τους στρατιώτας του Ξέρξου, διεκρίθησαν οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι εκτός των άλλων κατορθωμάτων, συνέλαβον και πέντε Ελληνικά πλοία αύτανδρα. Από τους Έλληνας, κατά την ημέραν εκείνην διεκρίθησαν οι Αθηναίοι και από αυτούς ο Κλεινίας (αυτός έλαβε γυναίκα τη Δεινομάχη, θυγατέρα του Μεγακλέους και από αυτήν εγεννήθη ο Αλκιβιάδης), ο υιός του Αλκιβιάδου, ο οποίος  συμμετείχεν της εκστρατείας με διακόσιους άνδρας τους οποίους συνετήρη ιδίαις δαπάναις, και με ιδικόν του πλοίον. Μετά την αποχώρησιν, αμφότεροι οι αντίπαλοι με ευχαρίστησιν επανέπλευσαν στους όρμους. Οι Έλληνες αποχωρούντες ευσχήμως της ναυμαχίας περισυνέλεξαν τους νεκρούς και τα ναυάγια των. Επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας απωλείας, και περισσότερον όλων οι Αθηναίοι, των οποίων το ήμισυ των πλοίων είχεν υποστεί βλάβας, εσκέπτοντο να αποσυρθούν στα ενδότερα της Ελλάδος.
Ο Θεμιστοκλής τότε συνέλαβε την ιδέα, ότι εάν απεχωρίζοντο των βαρβάρων η Ιωνική και Καρική φυλή (οι φυλές αυτές απετέλουν το σύνολο των Ελλήνων της Μικράς Ασίας), θα ήτο εύκολον στους Έλληνες να υπερισχύσουν των λοιπών: Προς τούτο λοιπόν συνεκάλεσεν τους στρατηγούς σε κάποιο σημείο της ακτής, όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα πρόβατά των, και τους είπεν, ότι κατά τη γνώμην του, βρήκε το μέσον διά του οποίου ήλπιζεν να αποσπάση τους αρίστους εκ των συμμάχων του Βασιλέως.
 Εν τω μεταξύ, ήρχισεν να υποφώσκει η ημέρα και οι στρατηγοί συνεκάλεσαν τους επιβαίνοντας των πλοίων εις τους οποίους την ωραιοτέραν προσφώνησιν εξ όλων έκαμεν ο Θεμιστοκλής. Ολόκληρος ο λόγος του περιεστράφη εις την σύγκρισιν του καλλιτέρου προς το χειρότερον, εν σχέσει προς την φύσιν του ανθρώπου και τους όρους διαβιώσεώς του. Εν επιλόγω συνεβούλευσεν αυτούς να εκτελέσουν τα καλλίτερα και τους διέταξεν να εισέλθουν εις   τα πλοία. Όταν δε εισήρχοντο εις τα πλοία, έφθασεν και εξ Αιγίνης το πλοίον το οποίον είχεν αποσταλεί διά τους Αιακίδας. Τότε τα Ελληνικά πλοία ήρχισαν κινούμενα εκ της ακτής.
Τόσα μόνον απεκάλυψεν περί αυτού, και προσέθεσεν ότι ηδύναντο προς το παρόν να πράξουν το εξής : να σφάξουν όσα πρόβατα των Ευβοέων ήθελεν ο καθένας «ήτο προτιμότερον να τα πάρει ο στρατός παρά οι εχθροί» και συνέστησεν να διατάξει έκαστος τους άνδρας του να ανάψουν (πιθανώς δια να παραπλανήσουν τους αντιπάλους προκειμένου να αποχωρίσουν ανενόχλητοι) πυράς. Όσον αφορά δε στο χρόνον επιστροφής θα ανελάμβανε αυτός τη φροντίδα ώστε να φθάσουν ασφαλείς στην  Ελλάδα.
Οι Ευβοείς περιφρονήσαντες το χρησμό του Βάκιδος (με το όνομα Βάκις αναφέρονται πολλοί χρησμολόγοι) ως μηδέν λέγοντα, ούτε απεμάκρυναν τίποτε με τη προοπτική του πολέμου, ούτε και εισήγαγον τίποτε, αλλά άφησαν τα πράγματα στην τύχην των. Ο χρησμός δε του Βάκιδος περί αυτών ήτο ο εξής : Προσέξετε όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν βιβλίνην γέφυραν να απομακρύ­νετε της Εύβοιας τας πολυφώνους αίγας. Επειδή στη περίπτωση αυτήν ούδεμίαν σημασίαν έδωσαν στους λόγους του χρησμού, παρ' όλον ότι ανέμεναν τα δεινά του πολέμου, επρεπε να υποστούν μεγάλας συμφοράς.
Εις αυτά κατεγίνοντο οι Έλληνες όταν εφθασεν από τη Τραχίνα ο παρατηρητής. Στην κορυφήν του Αρτεμισίου είχε τοποθετηθεί ως παρατηρητής ο Αντικυρεύς Πολύας, με την εντολήν, εαν το ναυτικό ευρεθεί σε δύσκολη θέση, να φέρει την πληροφορία στους  στας  Θερμοπύλας, επιβιβαζόμενος πλοιαρίου το οποίο είχε έτοιμο στη διάθεσή  του.
Ομοίως πλησίον του Λεωνίδου είχε τοποθετηθή ο Αθηναίος Αβρώ­νιχος του Λυσικλέους, στον οποίον είχε διατεθεί μία τριακόντορος, προκειμένου, για κάθε μεταβολή της καταστάσεως του στρατού να φέρη τη πληροφορία στους στο Αρτεμίσιο ευρισκομένους. Αυτός λοιπόν ο  Αβρώνιχος, έφτασε και εγνωστοποίησεν, τα περί τον Λεωνίδα και το στρατόν του συμβάντα. Εκείνοι ευθύς ως επληροφορήθησαν αυτά, παραμερίσαντες κάθε ιδέα περί αναβολής της  άναχωρήσεως, απεχώρησαν κατά την τάξιν (σειρά παρατάξεως) την οποίαν ευρίσκοντο, πρώτοι δηλαδή οι Κορίνθιοι και τελευταίοι οι  Αθηναίοι.
Ο Θεμιστοκλής επιλέξας τα πλέον ταχύπλοα Αθηναϊκά πλοία, προσέγγισε (με αυτά) τις πηγές ποσίμων υδάτων και εχάραξε γράμματα επί των βράχων τα οποία  Παρετήρησαν, όταν την επομένην ήλθον στο Αρτεμίσιον οι Ίωνες και τα ανέγνωσαν. Αι επιγραφαί εκείναι έλεγον τα εξής: άνδρες Ίωνες είναι άδικον να εκστρατεύετε κατά των προγόνων σας για να υποδουλώσετε την Ελλάδα. Προτιμότερον δε θα ήτο να ενταχθήτε μαζί μας. Και αν τούτο σας είναι αδύνατο  παραμείνατε του’ λάχιστον έστω και τώρα ουδέτεροι, προτρέποντες και τους Κάρας να πράξουν το αυτό. Εάν πάλιν ούτε το ένα ούτε το άλλο σας είναι δυνατόν να πράξετε, επειδή πιεζόμενοι υπό μεγαλυτέρας ανάγκης δεν δύνασθε να αποστατήσετε τότε κατά τη διεξαγωγήν της μάχης του’ λάχιστον να ολιγωρήτε, έχοντες υπ' όψιν σας ότι κατάγεσθε από ημάς, και ότι η αρχική αιτία της διενέξεώς μας μετά των βαρβάρων είσθε εσείς.
Ο Θεμιστοκλής κατά τη γνώμη μου, έγραψεν αυτά με διπλό σκοπόν˙ Εάν δηλαδή δεν λάβει γνώση των επιγραφών ο βασιλεύς, να μεταβάλουν οι Ίωνες γνώμην και να προσχωρήσουν σ’ αυτούς, εάν πάλιν ο Βασιλεύς λάβει γνώση να διαβληθούν εξ αυτού  οι Ίωνες στο Ξέρξην, και έτσι  καθιστάμενοι ύποπτοι να απομακρυνθούν απ’ αυτόν από τη  ναυμαχία.
Ο μεν Θεμιστοκλής αυτά ανέγραψε στους βράχους. Αμέσως μετά από αυτά κάποιος Ιστιεύς  μετέβη με πλοιάριο και ανήγγειλεν στους βαρβάρους την αποχώρηση των Ελλήνων εκ του Αρτεμισίου. αυτοί όμως μη πισθέντες, αυτόν μεν εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχύπλοα πλοία προς παρατήρηση. Όταν δε αυτά επέστρεψαν και επεβεβαίωσαν τη πληροφορία και  ευθύς ως ο ήλιος εσκόρπισεν τας ακτίνας του, όλος ο στόλος έπλευσε προς Αρτεμίσιον. Αφού παρέμειναν εκεί μέχρι της μεσημβρίας, απέπλευσαν εις Ιστιαίαν, όπου ελθόντες, την μεν πόλη της Ιστιαίας κατέλαβον, τας δε παραθαλασσίους κώμας της Ελλοπίας (δεν είναι γνωστή ούτε η θέσις, ούτε τα σήνορα της χώρας) περιοχής, οι οποίες ανήκαν στην Ιστιαίαν, διήρπασαν.
Κατά τον χρόνον της εκεί παραμονής ο Ξέρξης απέστειλε στο ναυτικόν, κήρυκας, αφού προηγουμένως προετοίμασεν τα σχετικά με τους νεκρούς. Αι προετοιμασίαι δε αύται συνίσταντο στα εξής :Εκ των νεκρών του στρατεύματός του, οι οποίοι έκειντο εις Θερμοπύλας (ήσαν εόκοσι χιλιάδες), άφησε περίπου χίλιους τους δε υπολοίπους,  αφού ώρυξεν τάφρους τους έθαψεν και αφού δε εκάλυψεν αυτούς με χώμα, έρριψε επάνω φύλλα, για να μη γίνουν αντιληπτοί υπό των οπλιτών του ναυτικού. Ο κήρυξ διαπεραιωθείς στην Ιστιαία συνεκάλεσεν όλους τους  άνδρας του στρατοπέδου και τους είπε τα εξής : Άνδρες σύμμαχοι, ο βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει σε όποιον εξ υμών επιθυμεί, να αφήσει τας τάξεις του και να έλθη (εις Θερμο­πύλας) διά να ίδη, πως πολεμά τους ανοήτους εκείνους οι οποίοι φαντάζονται ότι δύνανται να νικήσουν τις δυνάμεις του βασιλέως.
Μετά την αγγελίαν αυτή, τόσον πολλοί ήσαν εκείνοι που επεθύμουν να πάνε και να ίδουν, ώστε τα μεταφορικά πλοία έγιναν τα σπανιώτερον των πραγμάτων. Όταν διεπεραιώθησαν στην έναντι πλευρά, περιήρχοντο (το πεδίον της μάχης) και παρετήρουν τους νεκρούς, επειδή δε μεταξύ των νεκρών έβλεπον και είλωτας, επίστευον ότι όλοι οι νεκροί ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς.
Δεν διέφυγεν βεβαίως καθ' ολοκληρίαν, της προσοχής των διαπεραιωθέντων, εκείνο το οποίον έπραξεν ο Ξέρξης στους ιδικούς του νεκρούς. Και ήτο πράγματι γελοίο το φαινόμενο, να κείνται διεσκορπισμένοι χίλιοι μόνον νεκροί εκ των βαρβάρων ενώ εκ των Ελλήνων όλοι μαζί ευρίσκοντο συσσωρευμένοι σε ένα μέρος (εκεί που εδόθη η τελευταία μάχη) «τέσσαρες χιλιάδες». Εκείνη η ημέρα πέρασε με την παρατήρησιν των νεκρών, την επομένην οι μεν του ναυτικού επέστρεψαν εις Ιστιαίαν στα πλοία των, οι δε περί τον Ξέρξην ήρχισαν πορευόμενοι.
Μερικοί άνδρες από την Αρκαδία, (δεν αναφέρεται από ποία πόλη) κακοντυμένοι ηυτομόλησαν στους Πέρσας, επιζητούντες εργασίαν. Τούτους έφερον ενώπιον του βασιλέως, και εκεί ηρώτον αυτούς τι πράττουσιν οι Έλληνες, ένας μάλιστα επέμενεν σ’ αυτή την ερώτηση. Τότε εκείνοι απήντησαν ότι οι Έλληνες εώρταζον τα Ολύμπια (απ΄αυτό συμπεραίνεται ότι η μάχη των θερμοπυλών έγινε κατά το χρόνο των ολυμπιακών αγώνων, δηλαδή περί τα τέλη Αυγούστου) και παρηκολούθουν γυμνικούς ως και ιππικούς αγώνας. Και όταν πάλιν ηρώτησαν αυτούς, ποίον ήτο το έπαθλο για το  οποίον ηγωνίζοντο, εκείνοι απήντησαν ότι στο νικητήν απενέμετο στέφανος εξ ελαίας.
Ο Τρινταίχμης τότε, ο υιός του Αρταβάνου εξεφράσθη μετά γεναιότητος, συνεπεία του οποίου εμέμφθη δια δειλίαν υπό του Βασιλέως. Όταν δηλαδή ήκουσεν ότι το έπαθλον των αγώνων ήτο στέφανος εξ ελαίας και όχι χρήματα δεν μπόρεσε να σιωπήση και είπεν ενώπιον όλων: Αλοίμονο Μαρδόνιε κατά ποίων ανδρών έφερες ημάς να πολεμήσωμεν! Οι οποίοι δεν αγωνίζονται δια χρήματα αλλά δια την αρετήν.
Αυτό λοιπόν είπεν εν τω μεταξύ και αμέσως  μετά τη καταστροφή των Θερμοπυλών. Οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα προς τους Φωκείς, προς τους οποίους έτρεφον ανέκαθεν μίσος, το οποίο εκορυφώθη μετά τη τελευταία πολεμική συμφορά των. Ολίγα δηλαδή έτη προ της εκστρατείας αυτής του Βασιλέως οι Θεσσαλοί μετά των συμμάχων των, εισέβαλον πανστρατιά στη χώρα των Φωκέων (το 510 π.χ), αλλ' όμως ηττήθησαν από αυτούς  και υπέστησαν μεγάλας συμφοράς. Όταν δηλαδή οι Φωκείς περιεκυκλώθησαν υπό των εχθρών στο Παρνασόν, είχον μαζί τους εξ Ηλείας μάντιν Τελλίαν ο οποίος προς όφελος των εσοφίσθη το εξής : Ήλειψεν με γύψον εξακοσίους άνδρας, τους άριστους των Φωκέων, καθώς και τα όπλα των και με αυτά, επετέθη εν καιρώ νυκτός κατά των Θεσσαλών, αφού προηγουμένως εσύστησεν σ΄αυτούς να φονεύουν κάθε μη λευκόν. Πρώτοι είδον αυτούς οι φρουροί των Θεσσαλών, και επανικοβλήθησαν, και ακολούθως όλο το στράτευμα, θεωρήσαντες ότι επρόκειτο περί τεράτων. Κατ΄ αυτόν το τρόπον οι Φωκείς εκυρίευσαν τέσσαρες χιλιάδας ασπίδας των οποίων το ήμισυ αφιέρωσαν εις τας Άβας (πόλις της Φωκίδος κοντά στα σύνορα με τη Βοιωτία) και τας υπολοίπους εις τους Δελφούς.
Από τη δεκάτη δε των άλλων λαφύρων της μάχης αυτής, κατεσκευάσθησαν οι μεγάλοι ανδριάντες οι οποίοι εστήθησαν περί τον τρίποδα προ του ναού των Δελφών, και οι άλλοι όμοιοι τούτων, αφιερωθέντες εις τας Άβας.
Αυτή τη φθοράν επέφερον οι Φωκείς στο πεζικόν των Θεσσαλών το οποίο τους επολιόρκει. Αλλά και στο ίππικόν (το Θεσσαλικό ιππικό ήτο ονομαστόν) των το οποίον εισέβολε στη χώραν, επέφερον ανεπανορθώτους καταστροφάς. Και τούτο διότι στη στενωπό που ευρίσκεται κοντά στην περί την Υάμπολιν (πόλις της Φωκίδος πλησίον της πόλεως Άβαι), ήνοιξαν τάφρον εντός της οποίας ετοποθέτησαν αμφορείς, και έπειτα τις κάλυψαν με χώμα, και αφού έκαναν παραλλαγήν ώστε το έδαφος της τάφρου να είναι όμοιον με το άλλο, ανέμενον την εισβολήν των Θεσσαλών. Αυτοί επερχόμενοι για να καταλάβουν εξ εφόδου τους Φωκείς, ενέπεσαν στους αμφορείς, και έτσι εθραύσθησαν τα σκέλη των ίππων.
Για τις δύο αυτές αιτίες, μνησικακούντες οι Θεσσαλοί έπεμψαν τον κήρυκα και τους διεμήνυσαν τα εξής : Φωκείς τώρα πλέον πρέπει να αναγνωρίσητε την  πλάνην  σας, και να παραδεχθήτε ότι δεν είμεθα όμοιοι. Βεβαίως και πρότερον όσον χρόνον άρεσε σε μας να είμεθα με τους Έλληνες, πάντοτε είμεθα ανώτεροί (εννοούν τη θέση των στο Αμφικτυονικό συνέδριον) σας, και τώρα ευρισκόμενοι παρά το πλευρό των βαρβάρων, έχομεν τόσην δύναμιν ώστε εις ημάς εναπόκειται και τη γη σας να στερηθήτε και να εξανδραποδισθήτε. Καίτοι όμως έχομεν την δύναμιν να κάμωμεν τα πάντα ημείς δεν μνησικακούμεν, αλλά αντ' αυτών ζητούμεν να μας δώσητε πεντήκοντα αργυρά τάλαντα, υποσχόμενοι να αποτρέψωμεν τα επερχόμενα στη χώραν σας δεινά του πολέμου.
Οι Θεσσαλοί έδιδον τας υποσχέσεις αυτάς, διότι μόνον οι Φωκείς από τους κατοικούντας σ’ εκείνα τα μέρη δεν εμήδιζον, και όπως εγώ συμ­περαίνω, όχι δι' άλλην αιτίαν, ειμή μόνον ένεκεν του μίσους των κατά των Θεσσαλών. Εάν δε οι Θεσσαλοί Ετάσσοντο παρά το πλευρόν των Ελ­λήνων, νομίζω ότι οι Φωκείς θα εμήδιζον. Στας υποσχέσεις αυτάς των Θεσσαλών, οι Φωκείς απήντησαν, ότι ποτέ δεν θα τους δώσουν χρήματα, και ότι εάν ήθελον, ευκολότατο θα ηδύναντο και αυτοί να μηδίσουν, όπως οι Θεσσαλοί, αλλ' όμως ουδέποτε εκόντες θα γίνουν προδόται της Ελλάδος.
Επειδή τους εδόθη η απάντησις αυτή, οι Θεσσαλοί ωργίσθησαν, και εγένοντο οδηγοί στην πορείαν των βαρβάρων.
Εισέβαλον λοιπόν στη Δωρίδα εκ της Τραχινίας, (ο περί την τραχίνα χώρος, η οποία ήτο αρχαιοτάτη πόλις μνημονευομένη υπό του Ομήρου ως μία εκ των 5 πόλεων του Αχιλέως) και τούτο, διότι εκ της Δωρίδος χώρας και μεταξύ Μηλίδος και Φωκίδος, εκτείνεται στενωπός πλάτους περί τα τριάκοντα στάδια, στην οποία πολύ παλαιά  ευρίσκετο η Δρυοπίς. Η χώρα αυτή είναι η μητρόπολις των Δωριέων της Πελοποννήσου. Αυτήν ταύτην την χώραν της Δωρίδος οι εισβάλοντες βάρβαροι δεν έβλαψαν διότι οι κάτοικοί της εμήδιζον, αλλά και διότι οι Θεσσαλοί δεν το έκριναν ορθόν.
Όταν εισέβαλον στη Φωκίδα μέσω Δωρίδος δεν κατώρθωσαν να συλλάβουν τους Φωκείς, καθ' όσον άλλοι μεν εξ αύτών ανέβησαν στις κορυφές του Παρνασού, (υπάρχει δε κάποια κορυφή  του Παρνασού κειμένη παρά την πόλιν Νέων ή νιών, η οποία κείται στους ανατολικούς πρόποδας του όρους Τιθορέας. Μετά την καταστροφή της υπό των Περσών ανοικοδομήθη αργότερον και ωνομάσθη Τιθορέα ή τιθόρα) η οποία προσφέρεται για την διαμονή πολλών, και η οποία καλείται Τιθορέα. Εις αυτήν αφού ανέβασαν τα πράγματά των ανέ­βησαν κι' αυτοί). Οι περισότεροι δε κατέφυγον στους Οζόλας Λοκρούς στην πόλιν Άμφισαν, κειμένην άνωθεν του Κρισαίου πεδίου (πεδιάς παρά την πόλιν της Φωκίδος Κρίσα, πλησίον των Δελφών). Οι βάρβαροι διέσχισαν ολόκληρον τη Φωκίδα, διότι οι Θεσσαλοί έτσι οδήγησαν το στρατόν, καίοντες και κόπτοντες τα πάντα, και πυρπολούντες τας πόλεις και τα ιερά.
Πορευόμενοι λοιπόν κατά μήκος του ποταμού Κηφισού, κατέστρεφον τα πάντα. Τοιουτοτρόπως κατέκαυσαν τας πόλεις Δρυμόν, Χαράδραν, Έρωχον, Τεθρώνιον, 'Αμφίκαιαν, Νέωνα, Πεδιείς, Τριτείς, Ελάτειαν, Υάμπολιν, Παραποταμίους, και 'Αβαν, εις την οποίαν υπήρχεν ιερόν του Απόλ­λωνος πλούσιον εις θησαυρούς και αναθήματα' εκεί, υπήρχεν τότε όπως υπάρχει και σήμερα μαντείον. Ακόμη δε και αυτό το ιερόν έκαυσαν αφού προηγουμένως το εσύλησαν. Καταδιώκοντες ούτω τους Φωκείς συνέλαβον μερικούς εξ αυτών, πλησίον των ορέων, κθώς και μερικάς γυναίκας, τας οποίας, ασελγήσαντες επ' αυτών μεγάλου πλήθους, εφόνευσαν.
Οι βάρβαροι παρακάμψαντες εκ παραποταμίων έφθασαν εις Πανοπέα (ευρίσκεται εις την στενωπόν που χωρίζει τη Φωκίδα από την Βοιωτίαν, περί τα 20 στάδια από τη Χερώνεια). Εκείθεν ο στρατός εχωρίσθη. Το μεγαλύτερον και ισχυρότερο τμήμα του στρατού, πορευόμενον μετά του Ξέρξου κατά των 'Αθηνών εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν μέσω της χώρας των Ορχομενίων. Όλοι οι Βοιωτοί εμήδιζον και διά την φύλαξιν της πόλεως είχον  τοποθετηθεί Μακεδόνες αποσταλέντες υπό του Αλεξάνδρου (παππούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Η φύλαξις αυτών απεσκόπη στο να καταδείξη στον Ξέρξην, ότι οι Βοιωτοί διέκειντο φιλικώς προς τους Μήδους.
Αυτήν λοιπόν την οδόν, ηκολούθησεν το βαρβαρικόν αυτό τμήμα. Οι άλλοι, με τη βοήθεια οδηγών εξώρμησαν κατά του ιερού των Δελφών, αφήσαντες τον Παρνασόν εις τα δεξιά. Απ’ όσα μέρη της Φωκίδος διήλθον κατέστρεψαν και αυτοί τα πάντα και έκαυσαν τας πόλεις των Πανοπέων, των Δαυλίων και των Αιτωλιδών. Ηκολούθησαν δε το δρομολόγιον τούτο, μετά την απόσπασίν των εκ του άλλου στρατεύματος, διότι εστάλησαν με σκοπό να λεηλατήσουν το ιερόν των Δελφών, και να προσκομίσουν εις τον βασιλέα τα χρήματα. Όπως δε πληροφορούμαι, ο Ξέρξης εγνώριζεν όλα τα εις το ιερόν αξιόλογα πράγματα, καλλίτερον από εκείνα τα οποία άφησεν εις την οικίαν του, επειδή πάντοτε πολλοί του’ λεγαν δι’ αυτά, κατά μείζονα δε λόγον εγνώριζεν τα αφιερώματα του Κροίσου του υιού του Αλυάτου.
Οι κάτοικοι των Δελφών όταν επληροφορήθησαν περί αυτών, κατετρόμαξαν και πανικόβλητοι ηρώτων το μαντείον περί του πρακτέου διά τα ιερά πράγματα: εάν δηλαδή έπρεπεν να ορύξουν οπάς και να αποκρύψουν αυτά εντός του εδάφους, ή να μεταφέρουν αυτά εις άλλον τόπον.
Ο Θεός όμως δεν τους άφησεν να τα κινήσουν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να προστατεύσει τα πράγματά του. Όταν ήκουσαν αυτά οι κάτοικοι των Δελφών εφρόντισαν πλέον μόνον δια τους εαυτούς των, τα μεν τέκνα και τας γυναίκας των έστειλαν έναντι εις Αχαΐαν, οι πλείστοι δε εξ αυτών κατέφυγον εις τας κορυφάς του Παρνασού, αφού μετέφερον τα πράγματα των εις το Κωρύκιον (σπήλαιον του Παρνασού εις το άκρον οροπέδιον εις ύψος 1400 μ. Ήτο αφιερωμένο εις τον Πάνα και τας Κωρυκίας νύμφας. Κατά την επανάστασιν του 1821 εχρησιμοποιείτο υπό του Ανδρούτσου ως καταφύγιον δια την οικογένειά του) άντρον, και άλλοι εκ τούτων κα­τέφυγον εις Άμφισαν της Λοκρίδος. Όλοι λοιπόν οι κάτοικοι των Δελφών, έκτος του μάντεος και εξήκοντα ανδρών εγκατέλειψαν την πόλιν.
Όταν οι επερχόμενοι βάρβαροι προσήγγισαν, εις σημείον από του οποίου ήτο ορατόν το  ιερόν, τότε ο μάντις ονόματι 'Ακύρατος, είδεν τα ιερά όπλα τα οποία  δεν επετρέπετο να εγγίση κανείς, να έχουν εξέλθη των αδύτων και να κείνται προ του ναού. Και αυτός μεν μετέβη δια να καταστήση γνωστόν το θείον σημείον εις τους εναπομένοντας κατοί­κους των Δελφών, εις δε τους βαρβάρους όταν επισπεύσαντες έφθασαν εγγύς του ιερού της Προνάου (επίθετον της θεάς Αθηνάς στους Δελφούς) ΑΘηνάς, συνέβησαν θεία σημεία ακόμη περισσότερο σπουδαία του επισυμβάντος. Διότι, ασφαλώς και τούτο είναι μεγάλο θαύμα, όπλα δηλαδή πολεμικά να εξέλθουν μόνα των και να στηθούν προ του ναού, αλλά τα μετά ταύτα όμως επισυμβάντα είναι άξια Θαυμασμού περισσότερον όλων. Όταν οι επερχόμενοι βάρβαροι προσήγγισαν το ιερόν της Προνάου  Αθηνάς, τότε εκ μεν του ουρανού έπιπτον κεραυνοί επ' αυτών, εκ δε του Παρνασού απεσπάσθησαν δύο κορυφαί, και εφέροντο μετά πολλού πατάγου κατ' αυτών, καταπλακώνοντες πολλούς εξ αυτών ενώ εκ του ιερού της Προνόου ηκούετο βοή και αλα­λαγμός (εδώ έχομεν επίθεση της θεάς Αθηνάς).
Επειδή συνέβησαν όλα αυτά μαζί, ενέβαλον φόβον εις τους βαρβά­ρους. Όταν οι κάτοικοι των Δελφών επληροφορήθησαν ότι έφευγον οι βάρβαροι, κατήλθον του όρους και πολλούς εξ αυτών εφόνευσαν. Οι περισοθέντες δε έφυγαν κατ' ευθείαν εις Βοιωτίαν. Όπως δε επληροφορήθην, οι επανελθόντες βάρβαροι εδιηγούντο ότι εκτός τούτων συνέβησαν και άλλα υπερφυσικά πράγματα, ότι δηλαδή δύο οπλίται υπερφυσικού μεγέθους ηκολούθουν καταδιώκοντες και φονεύοντες αυτούς.
Διά τους οπλίτας αυτούς οι κάτοικοι των Δελφών λέγουν ότι ήσαν οι εντόπιοι ήρωες Φύλακος και Αυτόνοος των οποίων τα τεμένη ευρίσκοντο περί το ιερόν. Του μεν Φυλάκου άνωθεν του ιερού της Προνάου και πλησίον της οδού, του δε Αυτονόου πλησίον της Κασταλίας και κάτωθι της Υαμπείας κορυφής. Ακόμη δε και σήμερα, οι καταπεσόντες εκ του Παρνασού λίθοι ευρίσκονται σώοι παρά το τέμενος της Προνάου Αθηνάς, εκεί όπου κυλιόμε­νοι εν μέσω των βαρβάρων εσταμάτησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν απεχώρησαν οι άνδρες αυτοί του ιερού των Δελφών.


Ναυμαχία  της  Σαλαμίνος

Το ναυτικόν των Ελλήνων εκ του Αρτεμισίου κατέπλευσε εις Σαλαμίνα κατά παράκληση των Αθηναίων. Παρεκάλεσαν δε αυτούς οι Αθηναίοι να προσορμισθούν εις Σαλαμίνα διά τους εξής λόγους : αφ' ενός διά να μετα-φέρουν εκτός Αττικής τα τέκνα και τας γυναίκας των και αφ' ετέρου διά να τους δο-θεί ο χρόνος να σκεφθούν περί του πρακτέ-ου, αφού εκ της τροπής των πραγμάτων διεψεύσθησαν αι προβλέψεις των. Ενώ δηλαδή ήλπιζον να εύρουν όλους τους Πελοποννησίους στρατοπεδευμένους και αναμένοντας τους βαρβάρους εις την Βοιωτίαν, ουδένα εξ αυτών εύρον, αλλ' επληροφορήθησαν ότι ωχυρούντο περί τον Ισθμόν, ενδιαφερόμενοι μόνον διά την σωτη-ρίαν της Πελοποννήσου, πως δηλαδή θα εξασφαλίσουν αυτήν, και αδιαφορού-ντες δια τα άλλα μέρη. Κατό­πιν τούτου παρεκάλεσαν τους Έλληνας να προσορμισθούν εις Σαλαμίνα.
Οι Αθηναίοι λοιπόν μετέβησαν εις την χώραν των και οι λοιποί ηγκυροβόλησαν εις Σαλαμίνα. Μετά την άφιξή των, διεκήρυξαν εις τους Αθηναίους να σπεύσουν να σώσουν τας οικογενείας (εθεωρείτο έγκλημα η εγκατάλειψη της πατρίδος εν καιρώ κινδύνου χωρίς διαταγή της πόλεως) και τους δούλους των όπως δύναται έκαστος. Τότε άλλοι έστειλαν αυτούς εις Αίγινα, άλλοι εις Σαλαμίνα και οι περισσότεροι εις Τροιζήνα, οι οποίοι, κατά τον Πλούταρχο, τους εδέχθησαν φιλοτίμως και εψήφισαν την δημοσία δαπάνη διατροφή των.
Έσπευσαν δε να τους μεταφέρουν εις ασφαλές μέρος εν τη επιθυμία των να υπακούσουν εις τον χρησμόν, και διά τον εξής ακόμη σοβαρό λόγο. καθώς οι Αθηναίοι λέγουν, εις μέγας όφις (ο οικουρός όφις, όπως ονομάζετο. Κατά παλαιοτέραν παράδοσιν ο ιερός όφις αυτός ο Εριχθόνιος) διαμένει ως φύλαξ εις το ιερόν. Αυτό όχι μόνον το λέγουν αλλά και το πιστεύουν, και διά τούτο εκτελούν προσφοράς καθ' έκαστον μήνα, αποτελουμένας εκ πλακούντων με μέλι. Οι πλακούντες αυτοί ενώ κατά το παρελθόν πάντοτε ετρώγοντο τότε παρέμειναν άθικτοι. Όταν λοιπόν η ιέρεια ανεκοίνωσε τούτο, οι Αθηναίοι επροθυμοποιήθησαν έτι περισσότερο να εγκαταλείψουν τη πόλη, αφού ακόμη και η Θεά εγκατέλειψε την Ακρόπολιν.
Αφού Απεκόμισαν τα πάντα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον.
Όταν λοιπόν οι εκ του Αρτεμισίου αποπλεύσαντες προσορμίσθησαν εις Σαλαμίνα, και  επληροφορήθη τούτο ο λοιπός στόλος των Ελλήνων, εις τον οποίον προηγουμένως είχε δοθεί η εντολή να συγκεντρωθεί εις τον λιμένα Πώγωνα της Τροιζήνος, έπλευσαν και αυτοί προς τα εκεί.
Εκ της Πελοποννήσου, εις την εκστρατείαν αυτήν έλαβον μέρος οι εξής: Οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα εξ πλοία, οι Κορίνθιοι με τον αυτόν ως και εις Αρτεμίσιον αριθμόν πλοίων, οι Σικυώνιοι με δέκα πέντε πλοία, οι Επιδαύριοι με δέκα, οι Τροιζήνιοι με πέντε και οι Ερμιονείς με τρία. Όλοι αυτοί έκτος των Ερμιονέων ανήκουν εις το Δωρικόν και Μακεδονικόν έθνος ελθόντες εις Πελοπόννησον εκ του Ερινέου (πόλις της Δορίδος) και της Πίνδου, και τελευταίως εκ Δρυοπίδος. Οι Ερμιονείς είναι Δρύοπες εκδιοχθέντες εκ της νυν καλουμένης Δωρίδος χώρας υπό του Ηρακλέους και των Μηλιέων.
 Αυτοί λοιπόν εκ των Πελοπονησσίων έλαβον μέρος εις την εκ­στρατείαν, εκ δε της πέραν του Ισθμού ηπειρωτικής χώρας, οι Αθηναίοι, οι οποίοι μόνοι αυτοί διέθετον εκατόν ογδοήκοντα (τώρα τα πληρώματα ήσαν όλα Αθηναϊκά) πλοία-υπερτέρουν δηλαδή όλων των άλλων και ήσαν μόνοι καθ' ότι οι Πλαταιείς δεν εσυναυμάχησαν μετά των Αθηναίων διά τον εξής λόγον: Όταν οι Έλληνες αποχωρούντες του Αρτεμισίου ευρίσκοντο εις Χαλκίδα, οι Πλαταιείς απεβιβάσθησαν εις την Βοιωτίαν την έναντι δηλαδή της Χαλκίδος χώραν διά να μεταφέρουν τας οικογενείας των εις άλλο μέρος.. Στην προσπάθειά τους δε να διασώσουν αυτάς, υστέρησαν. Οι Αθηναίοι δε όταν οι Πελασγοί κατείχον την νυν καλουμένην Ελλάδα ήσαν Πελασγοί και ωνομάζοντο Κραναοί (οι κατοικούντες επί βράχων. Φαίνεται ότι οι Αθηναίοι ωνομάσθησαν έτσι εκ του ανωμάλου εδάφους των) επί βασιλέως Κέκροπος ωνομάσθησαν Κεκροπίδαι, όταν η εξουσία περιήλθεν εις τον Ερεχθέα μετωνομάσθησαν Αθηναίοι, και όταν ο Ίων ο υιός του Ξούθου ανέλαβεν την αρχιστρατηγίαν (αυτός έδωσε τη νίκη στους Αθηναίους κατά τον πόλεμο μεταξύ Ερεχθέως και Ευμόλπου της Ελευσίνος) οι Αθηναίοι εκ του ονόματος τούτου ωνομάσθησαν Ίωνες.
Οι Μεγαρείς διέθεσαν τον αυτόν αριθμόν πλοίων όπως και εις Αρτεμίσιον, οι Αμβρακιώται ήλθον και αυτοί εις βοήθειαν με επτά πλοία, και οι Λευκάδιοι οι οποίοι ήσαν Δωρικόν έθνος εκ Κορίνθου με τρία.
Εκ των νησιωτών, οι Αιγινήται διέθεσαν τριάκοντα πλοία. Εί­χον βέβαια και άλλα πλοία πολεμικά, αλλά δι' αυτών εφύλασσον την χώραν των. Δια των τριάκοντα δε άριστων αυτών πλοίων εναυμάχησαν καθ' ον χρόνον έπλεον προς Σαλαμίνα.
Οι Αιγινήται είναι Δωριείς εξ Επιδαύρου, το δε όνομα της νήσου πρότερον ήτο Οινώνη. Μετά τους Αιγινήτας δε οι Χαλκιδείς οι οποίοι διέθεσαν τα είκοσι πλοία τα οποία  είχον διαθέσει και εις  Αρτεμίσιον, όπως και οι Ερετριείς τα επτά, είναι Ίωνες.
Οι Κείοι οι οποίοι είναι Ιωνικόν Έθνος εξ  Αθηνών, διέθεσαν και αυτοί τα ίδια. Οι Νάξιοι διέθεσαν τέσσαρα. Αυτά εστάλησαν υπό των Ναξίων εις τους Μήδους (οι Νάξιοι ενθυμούμενοι την πυρπόληση της πόλεώς των υπό του Δάτιδος τα έστειλαν εκ φόβου, αλλά ο δημόκριτος τα οδήγησε εις τους Έλληνας) όπως έπραξαν και οι άλλοι νησιώται, οι επιβαίνοντες όμως τούτων με την προτροπή του τριηράρχου-Δημοκρίτου, ανδρός ευυπολήπτου μεταξύ των πολιτών, παρήκουσαν τας εντολάς των συμπολιτών των και μετέβησαν εις τους Έλληνας. Και οι Νάξιοι είναι Ίωνες καταγόμενοι  εκ των Αθηναίων. Οι Στυρείς διέθεσαν τα ίδια πλοία τα οποία είχον και εις Αρτεμίσιον, και οι Κύθνιοι εν πλοίον και μίαν πεντηκόντορον. Και οι δύο αυτοί ήσαν Δρύοπες. Συμμετείχον επίσης οι Σερίφιοι, οι Σίφνιοι και οι Μήλιοι. Αυτοί μόνον εκ των νησιωτών δεν έδωσαν εις τον βάρβαρον γην και ύδωρ.
Όλοι αυτοί οι οποίοι έλαβον μέρος εις την εκστρατείαν, διέμενον εις την εντεύθεν της Θεσπρωτίας και του Αχέροντος ποταμού χώραν.
Οι Αμβρακιώται και οι Λευκάδιοι, οι οποίοι είναι  εκ των πλέον απομεμακρυσμένων μερών προσελθόντες εις την εκστρατείαν, συνορεύουν μετά των Θεσπρωτών
Εκ των κατοικούντων εκτος των ορίων τούτων μόνοι, οι Κροτωνιάται εβοήθησαν την Ελλάδα κινδυνεύουσαν, μεθ' ενός πλοίου του οποίου αρχηγός ήτο ο Φάϋλος (κατά τον πλούταρχο ο Φάϋλος εξόπλησε το πλοίον δι’ιδίων εξόδων. Ούτος είχε νικήσει δις εις το πένταθλον και άπαξ σε αγώνα δρόμου στα Πύθια.) ο οποίος τρις είχεν αναδειχθεί Πυθιονίκης. Οι Κροτωνιάται κατά το γένος είναι Αχαιοί.
Όλοι λοιπόν οι άλλοι οι οποίοι μετέσχον της Εκστρατείας διέθεσαν τριήρεις, πλην των Μηλίων, των Σιφνίων και των Σεριφίων οι οποίο διέ­θεσαν πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι καταγόμενοι εκ Λακεδαίμονος έδωσαν δύο, οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι όντες Ίωνες εξ Αθηνών διέθεσαν από μίαν. Ο συνολικός αριθμός των πλοίων εκτός των πεντηκοντόρων ανήλθεν εις τριακόσια έβδομήκοντα οκτώ (378).
Όταν δε συνεκεντρώθησαν εις Σαλαμίνα οι στρατηγοί των αναφερθεισών πόλεων, και συνήλθον εις σύσκεψιν, ο Ευρυβιάδης επρότεινεν σε όποιον  ήθελεν να εκφράσει ελευθέρως την γνώμην του, επί της καταλληλοτέρας εκ των κατεχομένων υπ' αυτών περιοχών προς διεξαγωγήν ναυμαχίας. Η πρότασις βεβαίως αφεώρα τα άλλα μέρη εκτός της Αττικής διότι αυτή είχεν εγκαταλειφθεί πλέον. Αι γνώμαι του πλείστου εκ των ομιλησάντων συνέπιπτον εις το ότι έπρεπε να πλεύσουν εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσουν προ της Πελοποννήσου. Έφερον δε το επιχείρημα ότι νικώμενοι κατά την ναυμαχίαν, εάν μεν ευρίσκονται εις Σαλαμίνα θα αποκλεισθούν εις την νήσον άνευ ουδεμίας ελπίδος βοηθείας, εάν όμως ευρίσκονται εις τον Ισθμόν δύνανται να καταφύγουν εις τους ιδικούς των.
Καθ' ον χρόνον οι Πελοποννήσιοι στρατηγοί προέβαλον αυτά  τα επιχειρήματα, ήλθεν κάποιος ανήρ Αθηναίος φέρων την πληροφορίαν, ότι οι βάρβαροι έφθασαν εις Αττικήν, και ότι ολόκληρος η χώρα πυρπολείται  υπ' αυτών. Ο υπό τον Ξέρξην δηλαδή στρατός, προελαύνων διά της Βοιωτίας αφού επυρπόλησεν την πόλιν των Θεσπιαίων την οποίαν είχαν  εγκαταλείψει οι κάτοικοι καταφυγόντες εις Πελοπόννησον, και την πόλιν των Πλαταιέων, έφθασεν εις Αθήνας, καταστρέφων διά πυρός τα πάντα. Τας Θεσπιάς και Πλαταιάς έκαυσαν οι βάρβαροι διότι επληροφορήθησαν παρά των Θηβαίων ότι δεν εμήδιζον.
Από της διαβάσεως του Ελλησπόντου, απ’ όπου ήρχισεν η πορεία των βαρβάρων, και αφού παρέμεινον εκεί επί ένα μήνα, μέχρις ότου συντελεθεί η διαπεραίωσις (συνετελεσθη σε 7 ημέρες, συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναπαύσεως φθάνομεν στον μήνα) εις Ευρώπην, εχρειάσθησαν τρεις εισέτι μήνες  διά να φθάσουν εις 'Αττικήν, επί άρχοντος των Αθηναίων Καλλιάδου(480 π.χ). Όταν έφθασαν κατέλαβον την πόλιν έρημον, ευρόντες μόνον κάποιους (ολίγους) Αθηναίους διαχειριστάς του ιερού και πτωχούς ανθρώπους οι οποίοι αφού έφραξαν διά σανίδων και ξύλων την Ακρόπολιν ανέμενον διά να πολεμήσουν τους επερχομένους. Παρέμειναν δε αυτοί, αφ’ ενός μεν επειδή λόγω της πενίας των δεν ηδυνήθησαν να μεταβούν εις Σαλαμίνα , αφ' έτερου δε διότι επίστευον ότι αυτοί ηννόησαν τον χρησμόν της Πυθίας, ότι το ξύλινο τείχος θα είναι απόρθητο και ότι κατά τον χρησμόν αυτό  είναι το άσυλο και όχι τα πλοία.
Οι Πέρσαι εστρατοπεδευμένοι εις τον έναντι της Ακροπόλεως λόφον τον καλούμενον υπό των Αθηναίων Άρειος Πάγος, επολιόρκουν την Ακρόπολιν κατά τον εξής τρόπον: Περιετύλιγον με στυπίον τα βέλη και ύστερον ήναπτον και εξετόξευον αυτά πρός το φράγμα. Οι πολιορκούμενοι όμως Αθηναίοι ημύνοντο καίτοι είχον περιέλθει εις απελπιστικήν κατάστασιν, και το φράγμα είχε καταστραφεί. Και ούτε τας προτάσεις Πεισιστρατιδών (οπαδών του Ιππίου και άλλων καταφυγόντων εις τους Πέρσας) περί συνθηκολογήσεως εδέχοντο, αλλά ημύνοντο σοφιζόμενοι πολλά, και επί πλέον και τούτο. Όταν οι βάρβαροι προσήγγιζον εις τας πύλας εκύλιον κατ' αυτών λίθους στρογγύλους μεγάλους. Έτσι  ο  Ξέρξης επί πολύ χρόνον ευρίσκετο εν αμηχανία μη δυνάμενος να τους καταβάλει.
Με την πάροδον όμως του χρόνου οι βάρβαροι εύρον διέξοδον εκ των δυσχερειών, διότι ήτο πεπρωμένον συμφώνως με κάποιον χρησμόν  ολόκληρος η ηπειρωτική Αττική να καταληφθεί υπό των Περσών. Εις το εμπρόσθιον μέρος της Ακροπόλεως, και όπισθεν των πυλών και της ανόδου, όπου ουδείς φρουρός υπήρχεν και ούτε εφαντάζετο κάποιος ότι ήδυνατο ποτέ άνθρωπος να ανεβεί από εκεί, ανέβησαν μερικοί βάρβαροι, πλησίον του ιερού της Αγλαύρου (κάτωθι των τειχών εις το βόρειον μέρος) θυγατρός του Κέκροπος καίτοι ήτο απόκρημνον το μέρος εκείνο. Οι Αθηναίοι ευθύς ως αντελήφθησαν την άνοδον των βαρβάρων εις την Ακρόπολιν, άλλοι εξ αυτών ερρίπτοντο κάτω εκ του τείχους και εφονεύοντο, και άλλοι κατέφευγον εντός του ιερού της Αθηνάς. 
Οι αναβάντες Πέρσαι διηυθύνθησαν κατά πρώτον προς τας πύλας, τας οποίας και ήνοιξαν και ύστερον εφόνευσαν τους ικέτας, τους οποίους αφού τους έστρωσαν υπό τους πόδας των όλους νεκρούς, εσύλησαν το ιερόν και επυρπόλησαν όλην την Ακρόπολιν.
Ο Ξέρξης Αφού εγένετο κύριος των Αθηνών έπεμψεν εις Σούσα αγγελιοφόρον ιππέα, δια να αναγγείλη εις τον Αρτάβανον την επιτυχίαν του αυτήν. Την δευτέραν ημέραν από της αναχωρήσεως του κήρυκος συγκαλέσας τους φυγάδας (εννοεί αυτούς που προηγουμένως ονομάσαμεν Πισιστρατείδας) Αθηναίους οι οποίοι τον ηκολούθουν, τους είπε να ανέλθουν εις Ακρόπολιν και να προσφέρουν θυσίας κατά τον ιδικόν των τρόπον. Τούτο, είτε επειδή είδεν καθ’ ύπνον κάποιο όραμα, είτε επειδή ησθάνετο τύψεις διά τον εμπρησμόν του ιερού.
Οι Αθηναίοι εξόριστοι εξετέλεσαν την εντολήν του αυτήν. Θα εξη­γήσω εν συνεχεία διατί εμνημόνευσα τούτο.
Υπάρχει επί της Ακροπόλεως ναός του Έρεχθέως (ο Ερεχθεύς παλαιότερον εταυτίζετο με τον Ποσειδώνα, αργότερα διεχωρίσθη τούτου και έλβε την τάξιν παλαιού Βασιλέως και ήρωος ο οποίος είχεν ιδρύσει την λατρείαν του Ποσειδώνος) του γη­γενούς καλουμένου, εντός του οποίου υπάρχουν ελαία και αλμυρόν ύδωρ, διά τα όποια οι Αθηναίοι λέγουν ότι ετέθησαν εκεί υπό του Ποσει­δώνος και της Αθηνάς ως μάρτυρες της φιλονικείας των διά την χώ­ραν. Αυτή λοιπόν η ελαία μαζί με το άλλο ιερόν ενεπρήσθη υπό των βαρ­βάρων. Την δευτέραν ημέραν από του εμπρησμού, όταν ανέβησαν εις το ιερόν οι διαταχθέντες υπό του βασιλέως να προσφέρουν θυσίαν είδον βλαστόν ύψους περίπου ενός πήχεως όστις είχεν αναφυεί  εκ του κορμού (της ελαίας). Αυτά ανέφερον εκείνοι.
Οι ευρισκόμενοι εις Σαλαμίνα Έλληνες όταν επληροφορήθησαν τα περί την Ακρόπολιν των Αθηναίων διαδραματισθέντα, τόσον εθορυβήθησαν ώστε μερικοί από τους στρατηγούς, ούτε την λήψιν αποφάσεως διά την συζητουμένην υπόθεσιν ανέμενον, αλλά έτρεξαν εις τα πλοία των και σήκωσαν τα πανιά δι' απόπλουν. Οί εναπομείναντες έλαβον την απόφασιν να ναυμαχήσουν προ του Ισθμού. Όταν ενύκτωσε διέλυσαν και αυτοί το συνέδριον και εισήλθον εις τα πλοία των.
Ό Μνησίφαλος (ήτο πατρικός φίλος του Θεμιστοκλέους και είχεν μεγάλην επίδρασιν επ΄αυτού) ο Αθηναίος ηρώτησεν τον Θεμιστοκλήν όταν ήλθεν εις το πλοίον, ποίαν απόφασιν είχον λάβει εις την σύσκεψιν. Όταν δε επληροφορήθη υπ' αυτού, ότι απεφασίσθη να αποπλεύσουν δια τον Ισθμόν  και να ναυμαχήσουν προ της Πελοποννήσου είπεν: εαν αποπλεύσουν της Σαλαμίνος εσύ πλέον δεν θα έχεις καμίαν πατρίδα υπέρ της οποίας θα ναυμαχήσεις, καθ' όσον έκαστος θα τραπεί εις την ιδιαιτέρα του πατρίδα και ούτε ο Ευρυβιάδης, ούτε κάποιος άλλος θα ημπορέσει να τους συγκράτηση, ώστε να μη διαλυθεί ο στόλος και έτσι από απερισκεψίαν θα καταστραφεί η Ελλάς. Εάν όμως υπάρχει τρόπος να ακυρωθεί η ληφθείσα αυτή απόφασις, σπεύσε και κατάβαλε κάθε δυνατήν προσπάθειαν ώστε να πείσεις τον Ευρυβιάδην να αλλάξει γνώμην και να παραμείνει εδώ.
Η γνώμη αυτή ήρεσεν εις τον Θεμιστοκλήν και αμέσως έφυγεν διά το πλοίον του Ευρυβιάδου, χωρίς να δώσει ουδεμίαν απάντησιν. Όταν έφθασεν, είπεν ότι επιθυμεί να ομιλήσουν διά ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος. Ο ευρυβιάδης τον εκάλεσεν να εισέλθη εις το πλοίον και να του είπη ότι επιθυμεί. Τότε ο Θεμιστοκλής αφού εκάθισεν πλησίον του, ανέφερεν όλα όσα ήκουσεν από τον Μνησίφαλον, ως ιδικάς του αντιλήψεις και προσέθεσεν και άλλα πολλά, έως ότου διά των επίμονων παρακλήσεών του έπεισε τον Ευρυβιάδην να εξέλθει του πλοίου, και να συγκάλεσει τους στρατηγούς εις σύσκεψιν.
Όταν συνηθροίσθησαν, και πριν ο Ευρυβιάδης ανακοινώση τους λόγους που επέβαλον την σύγκλησιν της διασκέψεως, ο Θεμιστο­κλής πιεζόμενος από την ανάγκην, ομίλει διά μακρών. Ενώ δε ομίλει ο στρατηγός των Κορινθίων Αδείμαντος του  Οκύτου του είπεν : Θεμιστο­κλή εις τους αγώνας όσοι εκκινούν πριν δοθεί το σύνθημα ραπίζονται (περί του διαλόγου τούτου μεταγενέστεροι συγγραφείς λέγουν  ότι έγινε μεταξύ Θεμιστοκλέους και Ευρυβιάδου, κατά τον οποίον ελέχθη το γνωστόν «πάταξον μεν άκουσον δε». Η μεταφορά ελήφθη υπό των αγώνων, καθόσον όποιος εκκινούσε πριν δοθεί το σύνθημα εδέρετο υπό των ραβδούχων). Ο Θεμιστοκλής υπερασπιζόμενος εαυτόν του απήντησεν. Αλλά και όσοι μένουν οπίσω δεν στεφανώνονται
Τότε αυτήν την απάντησιν έδωσεν εις τον Κορίνθιον εις ήπιον τόνον, προς τον Ευρυβιάδην δε, ουδέν είπεν, εκ των όσων του είχε προη­γουμένως αναφέρει, ότι δηλαδή αποπλέοντες της Σαλαμίνος θα διασκορπισθούν και τούτο διότι δεν συνέφερεν να κατηγορήση ουδένα εκ των παρευρισκομένων συμμάχων αλλά μετεχειρίσθη άλλα επιχειρήματα ει­πών τα εξής : α) εις σε εναπόκειται τώρα να σώσης την Ελλάδα, συμφω­νών, με την ιδικήν μου γνώμην, και παραμένων εδώ, να ναυμαχήσεις, αντί πειθόμενος εις τους λόγους τούτων πλεύσης με τον στόλον προς τον Ισθμόν. Άκουσον λοιπόν και παράβαλε τας δυο αντιθέτους γνώμας. Εάν συγκρουσθώμεν παρά τον Ισθμόν η ναυμαχία θα δοθεί εις αναπεπταμένον πέλαγος, πράγμα καθ' ολοκληρίαν ασύμφορον, καθ' όσον διαθέτομεν πλοία ολιγώτερα και μικρότερα του αντιπάλου, πλέον δε τούτου θα απολέσωμεν την Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, και την Αίγιναν  (το επιχείρημα αυτό καθώς και το προηγούμενο δεν ισχύουν γιατί, αφ’ ενός μεν ο κόλπος των Κεχρεών προσεφέρετο καλύτερον καθόσον θα είχον την υποστήριξη του πεζικού, ενώ ο περσικός στόλος θα ήτο εκτεθειμένος στον άνεμο και αφ’ ετέρου οι Πέρσαι ηδύναντο να καταλάβουν την Αίγινα και τα Μέγαρα) έστω και αν η τύχη μας ευνοήσει ως πρός τα άλλα, το ναυτικόν των βαρβάρων θα ακολουθήση ο πεζός στρατός τον οποίον συ ο ίδιος θα φέρεις κατά της Πελοποννήσου, και ούτω ολόκληρον την Ελλάδα θα εκθέσεις εις κίνδυνον.
Εάν όμως εκτελέσεις τα προτεινόμενα υπ' εμού ιδού ποίας ωφελείας θα έχεις. Εν πρώτοις ο αγών θα διεξαχθεί εις στενόν χώρον όπου τα ολίγα πλοία μας δύνανται να αντιπαραταχθούν προς τα πολλά, και εάν η έκβασις της ναυμαχίας είναι αυτή που διαφαίνεται, εξασφαλίζομεν λαμπράν νίκην, καθ’όσον η ναυμαχία εις στενόν μέρος είναι δι' ημάς πλεονέκτημα ενώ η ναυμαχία εις ανοικτόν πέλαγος είναι πλεονέκτημα δι' εκείνους και επί πλέον σώζεται και η Σαλαμίς εις την οποίαν έχομεν μεταφέρει τα τέκνα και τας γυναίκας μας. Ακόμη δε είναι και τούτο, διά το οποίον σφοδρώς ενδιαφέρεσαι, εάν παραμείνης εδώ, ναυμαχείς διά την Πελοπόννησον, το ίδιο ως και προ του Ισθμού, φρονίμως λοιπόν σκεπτόμενος δεν θα θελήσεις να φέρεις συ ο ίδιος τον εχθρό κατά της Πελοποννήσου. Εάν δε συμβεί εκείνο το οποίον ελπίζω και νικήσωμεν κατά Θάλασσαν, ούτε εις τον Ισθμόν θα πορευθούν οι βάρβαροι ούτε θα προχωρήσουν πέραν της Αττικής, αλλά θα υποχωρήσουν ατάκτως, και ούτω θα έχωμεν κέρ­δος την διάσωσιν των Μεγάρων, της Αιγίνης και της Σαλαμίνος εις την οποίαν μάλιστα ο χρησμός προλέγει ότι θα νικήσωμεν τους εχθρούς. Όταν οι άνθρωποι καλώς βουλεύονται και η επιτυχία ως επί το πλείστον είναι βεβαία, όταν όμως κακώς βουλεύονται ούτε και ο θεός θέλει προσχω­ρήσει προς την γνώμην των.
Ενώ έλεγεν αυτά ο Θεμιστοκλής, του επετέθη πάλιν ο Αδείμαντος ο Κορίνθιος, διατάσσων αυτόν να σιωπήσει ως στερούμενος πατρί­δος, και δεν άφηνεν τον Ευρυβιάδην να θέση υπό ψήφισιν την γνώμην ανδρός ο οποίος δεν είχε πατρίδα. Προέτεινε λοιπόν εις τον θεμιστοκλήν να δείξη την πατρίδα του και κατόπιν να υποβάλει προτάσεις. Έλεγεν δε αυτά επειδή αι Αθήναι εκυριεύθησαν και κατείχοντο υπό των βαρβάρων.
Τότε πλέον ο Θεμιστοκλής δι' αυτόν και διά τους Κορινθίους είπεν πολλά κακά και διά των λόγων του, απέδειξεν ότι και πόλιν και γην μεγαλυτέραν αυτών είχον, εφ' όσον διέθετον διακόσια πλοία πλήρως εξωπλισμένα, των οποίων την έφοδον, ουδέν έθνος των Ελλήνων ηδύνατο να αποκρούσει.
Αφού Επεσήμανεν αυτά, έστρεψεν τον λόγον εις τον Ευρυβιά­δην, και ομιλών εις έντονον ύφος του είπεν : «εσύ, εάν μείνης εδώ θα δείξης διά της παραμονής σου ότι είσαι άνθρωπος ενάρετος, εάν δε μη, θα καταστρέψης την Ελλάδα, διότι το πάν δι' ημάς εις αυτόν τον πόλεμον εναπόκειται εις τον στόλον. Αλλά άκουσον με: Εάν δεν κάνεις αυτό, ημείς ως είμεθα θα παραλάβωμεν τας οικογενείας μας και θα μεταβώμεν εις Σίριν (Ελληνική πόλις μεταξύ Σιβάρεως και Τάραντος) της Ιταλίας, ήτις παλαιόθεν ακόμη είναι ιδική μας, και καθώς η παράδοσις λέγει πρέπει να οικισθεί από ημάς. Εσείς δε στερούμενοι τοιούτων ως ημείς συμμάχων, θα ενθυμηθήτε τους λόγους μου.
Κατόπιν των λόγων αυτών του Θεμιστοκλέους ο Ευρυβιάδης μετέβαλεν γνώμην και τούτο κατά την γνώμην μου, διότι εφοβήθη μήπως οι Αθηναίοι τους εγκαταλείψουν, εάν οδηγήσει τα πλοία εις τον Ισθμόν, οπότε αποχωρούντων των Αθηναίων, οι λοιποί δεν θα ηδύναντο να αντιπαραταχθούν εις τον έχθρόν. Ησπάσθη  λοιπόν την γνώμην αυτήν να μείνουν δηλαδή εκεί και να ναυμαχήσουν (και ούτε ψηφοφορίαν ζήτησε από το συμβούλιον.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι εις Σαλαμίνα ευρισκόμενοι, αφού εφιλονίκησαν ήρχισαν προετοιμαζόμενοι δια να ναυμαχήσουν εκεί, αφού ο Ευρυβιάδης ενέκρινεν την πρότασιν.
Εν τω μεταξύ ήρχισεν να γίνεται ημέρα, και μετά την ανατολήν του ηλίου εγένετο σεισμός, αισθητός και εις την ξηράν και εις την θάλασσαν. Εκρίθη λοιπόν σκόπιμον να προσευχηθούν εις τους θεούς και να επικαλεσθούν την συμμαχίαν των Αιακιδών (απόγονοι του Αιακού. Υιοί του Διός και της Αιγίνης. Αυτοί ήσαν ο Πηλεύς, ο Τελαμών και φώκος) ευθύς δε ως το απεφάσισαν το έπραξαν, και αφού προσηυχήθησαν εις όλους τους Θεούς, τον μεν Αίαντα και Τελαμώνα επεκαλέσθησαν από εκεί από την Σαλαμίνα, τον δε Αιακόν και τους άλλους Αιακίδας, έπεμψαν εις Αίγιναν πλοίον διά να τους μεταφέρει (εννοεί τα αγαλμάτιά των)
Ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδου, φυγάς, απολαμβάνων κατ' εκείνην την εποχήν μεγάλης υπολήψεως παρά τοις Μήδοις, είπεν ότι, όταν η Αττική, έρημος ούσα κατοίκων, κατεστρέφετο υπό των στρατευμά­των του Ξέρξου, έτυχεν να είναι μαζί με τον Δημάρατον τον Λακεδαιμόνιον, εις το Θριάσιον πεδίον, και είδεν κονιορτόν ερχόμενον εξ Ελευσίνος σαν να εβάδιζον τριάκοντα χιλιάδες περίπου άνθρωποι. Ενώ δε αμφότεροι παρετήρουν τον κονιορτόν και διηρωτώντο, ποίοι άνθρωποι εδημιούργουν αυτόν, αιφνιδίως ήκουσαν φωνήν η οποία τούς εφάνη ότι ήτο ο μυστικός Ιακχος (Ίακχος=υιός του Διός και της Δήμητρας, συνελτρεύετο εις Αθήνας και Ελευσίνα, στην εορτή των μεγάλων Ελευσινίων)
Επειδή ο Δημάρατος δεν εγνώριζε τα περί των Ελευσίνιων μυστη­ρίων ηρώτησεν αυτόν, τι ήτο εκείνη η φωνή. Εκείνος δε του απήντησεν: Είναι αδύνατον Δημάρατε να μην συμβεί κάποια συμφορά  εις το στρά­τευμα του βασιλέως, διότι αφού η Αττική είναι έρημος κατοίκων, αναμφιβόλως η φωνή προέρχεται από κάτι το θείον, το οποίον έρχεται εξ Ελευσίνος προς βοήθειαν των Αθηναίων και των συμμάχων των. Και εάν ο κονιορτός αυτός επιπέσει της Πελοποννήσου, διατρέχει κίνδυνον αυτός ο βασιλεύς και ο στην ξηρά στρατός. Εάν πάλιν λάβει κατεύθυνσιν προς τα εν Σαλαμίνι πλοία, τότε υπάρχει κίνδυνος να απωλέσει τον στόλον του ο βασιλεύς. Η φωνή την οποίαν ακούεις είναι επίκλησις προς τον Ίακχον, την οποίαν εκβάλουν οι Αθηναίοι, οι τελούντες καθ' έκαστον έτος εορτήν προς τιμήν της Μητρός και της Κόρης, και κατά την οποίαν μυείται όποιος εκ των Αθηναίων και των λοιπών Ελλήνων επιθυμεί. Εις ταύτα ο Δημάρατος απήντησεν : Σιώπα και μην είπης τούτο εις ουδένα άλλον, διότι εάν οι λόγοι ούτοι περιέλθουν εις την ακοήν του βασι­λέως θα σε αποκεφαλίσει και ούτε  εγώ ούτε άλλος τις των ανθρώπων θα δυνηθεί να σε σώση. Μείνε όμως ήσυχος και οι Θεοί θα φροντίσουν δια τον στρατόν. Αυτός λοιπόν αυτήν την συμβουλήν του έδωσεν, ενώ ο κονιορτός εκ του οποίου προήρχετο η φωνή, σχηματίσας νέφος, ανυψώθη και έλαβεν κατεύθυνσιν προς το εν Σαλαμίνι στρατόπεδον των Ελλήνων. Εκ τούτου συνεπέραναν αυτοί ότι ο στόλος του Ξέρξου έμελλεν να καταστραφεί. Αυτά εδιηγείτο ο Δίκαιος του Θεοκύδου και επεκαλείτο την μαρτυρίαν του Δημαράτου και άλλων.
Η ναυτική δύναμις του Ξέρξου, αφού περιειργάσθη τον χώρον της καταστροφής των Λακεδαιμονίων (εις Θερμοπύλας), έπλευσαν εκ της Τραχίνος εις Ιστιαίαν, εις την οποίαν παρέμεινεν επί τριήμερον. Εκείθεν πλεύσασα διά του Ευρίπου, έφθασεν εις Φάληρον μετά άλλας τρεις ημέρας. Εκείνοι οι οποίοι επέδραμον κατά των Αθηνών διά ξηράς και διά θαλάσσης κατά την γνώμην μου, δεν υστέρουν εις αριθμόν των αρχικώς αφιχθέντων εις Θερμοπύλας και Σηπιάδα. Και τούτο διότι εις αντικατάστασιν των απωλεσθέντων από την τρικυμίαν, εις τας Θερμοπύλας, και εις τας ναυμαχίας του Αρτεμισίου, υπολογίζω εκείνους οι οποίοι δεν ηκολούθουν τότε τον βα­σιλέα δηλαδή Μηλιείς, Δωριείς, Λοκρούς καί Βοιωτούς οίτινες ηκολούθησαν αυτόν πανστρατιά πλην των Θεσπιέων, καί Πλαταιέων, προσέτι δε των Καρυστίων, Ανδρίων, Τηνίων, και τους λοιπούς νησιώτας όλους, πλην των πέντε πόλεων (Νάξου, Σερίφου, Σίφνου και Μήλου) των οποίων τα ονόματα ανέφερα προηγουμένως. Όσον ο Πέρσης επροχώρει εις τα ενδότερα της Ελλάδος, τόσον περισ­σότερα έθνη τον ηκολούθουν.
Όταν λοιπόν όλοι αυτοί πλην των Παρίων (οι Πάριοι έμειναν οπίσω εις Κύθνον καραδοκούντες την έκβασιν του πολέμου) έφθασαν οι μεν εις Αθήνας, οι δε εις Φάληρον, ο ίδιος ο Ξέρξης κατέβη εις τα πλοία διά να επικοινωνίσει μετά των ναυτικών και πληροφορηθεί τας απόψεις των. Όταν αφιχθείς έλαβεν την πρωτοκαθεδρίαν, ήσαν παρόντες κατόπιν προσ­κλήσεως, οι τύραννοι των υπ' αυτόν εθνών και οι ταξίαρχοι των πλοίων οίτινες και έλαβον θέσιν αναλόγως του βαθμού με τον οποίον είχε τιμήσει έκασπον ό βασιλεύς. Πρώτος ο Σιδώνιος βασιλεύς, μετά τούτον ο Τύριος και ακολούθως οι άλλοι. Αφού δε εκάθησαν όλοι με την τάξιν των, ο Ξέρξης έστειλεν τον Μαρδόνιον και ηρώτα ένα έκαστον, με σκοπόν να πληροφο­ρηθεί εάν ενέκρινον την διεξαγωγήν ναυμαχίας.Επειδή δε ο Μαρδόνιος, περιερχόμενος ήρχισεν τας ερωτήσεις του από τον Σιδώνιον βασιλέα, όλοι εξέφερον την αυτήν με τούτον γνώ­μην, και προέτρεπον διά την διεξαγωγήν ναυμαχίας, εκτός της Αρτεμι­σίας η οποία είπεν. Ω Μαρδόνιε, ειπέ εκ μέρους μου εις τον βασιλέα τα εξής : Επειδή ούτε δειλίαν επέδειξα, ούτε υπελήφθην των άλλων εις τας περί την Εύβοιαν ναυμαχίας, κρίνω δίκαιον Δέσποτα, να εκφράσω την γνώμην μου, αφού άλλωστε θεωρώ ότι τούτο είναι οφελιμώτατον διά τα συμφέροντά σου, και η γνώμη μου είναι η εξής : Φείδου των πλοίων σου, και μην κάνης ναυμαχίαν, καθ' όσον οι άνδρες αυτοί (οί Έλληνες) εις την θάλασσαν υπερτερούν τόσον των ιδικών σου ανδρών, όσον οι άνδρες των γυναικών. Και εξ άλλου ποία αναπόφευκτος ανάγκη υπάρχει ώστε να διακινδύνευσεις εκ νέου εις ναυμαχίας ; Δεν κατέχεις τας Αθήνας; ένε­κεν των οποίων ενήργησες την εκστρατείαν, και επί πλέον όλην την Ελλάδα; Ουδείς πλέον ίσταται εμπόδιον ενώπιον σου, και εκείνοι οι οποίοι ετόλμησαν να εναντιωθούν ετιμωρήθησαν ως τους ήξιζεν.
Τώρα θα είπω και την γνώμην μου δι' ότι άφορα στην εξέλιξιν των πραγμάτων του αντιπάλου.
Εάν δεν σπεύσεις να ναυμαχήσεις, αλλά κρατήσεις τα πλοία παρά την ακτήν, είτε παραμένων εδώ, είτε προχωρών προς Πελοπόννησον, ευκόλως Δέσποτα, θα εκπληρωθεί ο σκοπός δι' ον ήλθες. Διότι οι Έλλη­νες δεν θα ανθέξουν επί πολύ χρόνον και θα αναγκασθούν να διασκορπισθούν έκαστος εις την ιδίαν του Πατρίδα, καθ' όσον ούτε τρόφιμα υπάρχουν εις την νήσον αυτήν ως πληροφορούμαι, ούτε και υπάρχει πιθανότης, οδηγών τον στρατόν σου κατά της Πελοποννήσου, να παραμείνουν εδώ απαθείς όσοι εξ αυτών ήλθον από εκεί, αλλά ούτε και θα ενδιαφερθούν να ναυμαχήσουν προ των Αθηνών.
Εάν όμως σπεύσης και ναυμαχήσεις τώρα, φοβούμαι μήπως ενδεχομένη ήττα του ναυτικού, επιφέρει και καταστροφήν του στρατού.
Επιπροσθέτως έχε υπ' όψιν σου, ω βασιλεύ, ότι οι καλοί άνθρωποι έχουν συνήθως κακούς δούλους, οι δε κακοί καλούς. Συ δε όστις είσαι ο κάλ­λιστος των ανθρώπων, έχεις κακούς δούλους οίτινες αποκαλούνται σύμμα­χοι, ως οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες και οι Πάμφυλοι, παρά των οποίων ουδέν όφελος πρέπει να αναμένεις.
Ενώ έλεγεν αυτά η Αρτεμισία εις τον Μαρδόνιον, εκείνοι οίτινες διέκειντο συμπαθώς προς αυτήν, ελυπούντο διότι υπέθετον ότι θα υποστεί κακόν παρά του βασιλέως, επειδή τον απέτρεπε να ναυμαχήσει. Εκείνοι πάλιν οίτινες την εμίσουν επειδή εξ όλων των συμμάχων απελάμβανεν ιδιαιτέρας τιμής παρά του βασιλέως, έχαιρον διά τας αντιρρήσεις της αυτάς, ελπίζοντες ότι ούτω θα καταστραφεί. Όταν όμως αι γνώμαι της ανεφέρθησαν εις τον Ξέρξην, ούτος ηυχαριστήθη πολύ από τας γνώμας της Αρτεμισίας, και μολονότι και προηγουμένως την εθεώρει ως σπουδαίαν, τότε την εξετίμησεν πολύ περισσότερον, διέταξεν όμως να ακολουθήσουν την γνώμην των πολλών, με την εσφαλμένην εντύπωσιν ότι εις Εύβοιαν εκ προθέσεως εδείχθησαν δειλοί, επειδή αυτός δεν ήτο παρών, και τότε προητοιμάζετο δια να παραστεί θεατής της ναυμαχίας.
Όταν λοιπόν εδόθη η διαταγή απόπλου, ηνοίχθησαν εις το πέλαγος, λαβόντες καθ' οδόν, ανέτως διάταξιν μάχης. Τότε όμως δεν επήρκεσεν η ημέρα διά να ναυμαχήσουν, και επελθούσης της νυκτός ητοιμάζοντο διά την επομένην. Τους Έλληνας κατείχε δέος και ανησυχία, και προπάν­των τους εκ Πελοποννήσου ελθόντας, οι οποίοι εφοβούντο ότι, ενώ αυτοί μένοντες εις Σαλαμίνα θα ναυμαχήσουν προς όφελος των Αθηνών, και εάν νικηθούν θα αποκλεισθούν εις την νήσον, η πατρίς των θα παραμείνη αφύλακτος.
Την ιδίαν εκείνην νύκτα, ο βαρβαρικός στρατός εκίνησεν κατά της Πελοποννήσου μολονότι είχον ληφθεί όλα τα μέτρα διά να μην εισέλθουν οι βάρβαροι εις αυτήν διά ξηράς. Οι Πελοποννήσιοι δηλαδή, ευθύς ως επλη­ροφορήθησαν ότι οι περί τον Λεωνίδαν εφονεύθησαν εις Θερμοπύλας, έσπευσαν εκ των πόλεών των και εστρατοπέδευσαν εις τον Ισθμόν, έχον­τες επικεφαλής τον στρατηγόν Κλεόμβροτον του Αναξανδρίδου, αδελφόν του Λεωνίδου.
Παραμένοντες εις τον Ισθμόν, κατέστρεψαν την Σκιρωνίδα (παραθαλασσία οδός εκ Μεγάρων προς Κόρινθον) οδόν, και κατόπιν συσκεφθέντες απεφάσισαν την ανέγερσιν τείχους προς απόφραξιν του Ισθμού. Επειδή ήσαν πολλαί μυριάδες ανδρών, και ηργάζοντο όλοι, το τείχος υψώνετο ταχέως, καθ' όσον μετέφεραν λί­θους, πλίνθους, ξύλα και κάνιστρα πλήρη άμμου και πλέον τούτου οι σπεύσαντες εις βοήθειαν ηργάζοντο νύκτα και ημέραν.
Εκείνοι εκ των Ελλήνων οίτινες έσπευσαν εν σώματι εις τον Ισ­θμόν διά να προσφέρουν βοήθειαν ήσαν οι εξής : οι Λακεδαιμόνιοι, όλοι οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλειάσιοι, οι Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς. Αυτοί ήσαν όλοι εκείνοι οίτινες ήλθον προς βοήθειαν, κατεχόμενοι από υπερβολικόν φόβον διά την κινδυνεύουσαν Ελλάδα. Οι άλλοι Πελοποννήσιοι έμειναν τελείως αδιάφοροι, μολονότι τα Ολύμπια και τα Κάρνεια είχον ήδη παρέλθει.
Την Πελοπόννησον κατοικούν επτά φύλα. Εκ τούτων τα μεν δύο, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι είναι αυτόχθονες, και μέχρι σήμερον δια­μένουν εις τον αυτόν τόπον όπου και παλαιότερον διέμεναν. Εν δε φύλον, το Αχαϊκόν, δεν έξήλθεν (97) μεν της Πελοποννήσου, εγκατέλειψεν όμως τον ιδικόν του τόπον και κατοικεί εις άλλον. Τα λοιπά τέσσαρα εκ των επτά φύλων ήλθον από χώρας εκτός της Πελοποννήσου και ήσαν Δωρι­είς, Αιτωλοί, Δρύοπες και Λήμνιοι.
Οι Δωριείς έχουν πολλάς και αξιολόγους πόλεις, οι Αιτωλοί μόνον μίαν την Ήλιδα, οι Δρύοπες την Ερμιόνα και την Ασίνην (το σημερινό Τολό) ήτις γειτ­νιάζει της Λακωνικής Καρδαμύλης, και οι Λήμνιοι όλην την χώραν των Παρωρεατών (αρχαιότατοι κάτοικοι της Πελοποννήσου κατοικούντες εις Τριυλίαν της Ηλείας).
Οι Κυνούριοι όντες αυτόχθονες, θεωρούνται ως οι μόνοι Ίωνες, οίτινες όμως με την πάροδον του χρόνου, και όταν ήσαν υπό την κατοχήν των Αργείων, εγένοντο Δωριείς, όπως και οι Ορνεάται (ΒΔ της χώρας των Αργείων) και οι λοιποί περίοικοι. Τούτων λοιπόν των επτά φυλών αι πόλεις, εκτός εκείνων τας οποίας ανέφερα, ήσαν ουδέτεραι, και εάν πρέπει να μιλήσωμεν ελεύθερα έτσι παραμένουσαι ουδέτεραι εμήδιζον.
Οι ευρισκόμενοι λοιπόν εις Ισθμόν τοιαύτην προσπάθειαν κατέβαλον διότι επίστευον ότι το παν διεκυβεύετο και ουδεμίαν ελπίδα, εί­χον, ότι ήτο δυνατόν να επιτευχθεί λαμπρόν έργον διά του στόλου. Οι ευρισκόμενοι εις Σαλαμίνα καίτοι επληροφορούντο περί αυτών, κατείχοντο από αγωνίαν φοβούμενοι όχι τόσον διά τους εαυτούς των όσον διά την Πελοπόννησον.
Μέχρι τινός, λοιπόν, μεταξύ των ανδρών υπήρχεν ο ψίθυρος εκφράζων την έκπληξιν διά την αβουλίαν του Ευρυβιάδου, τέλος εξέσπασεν η αγανάκτησις. Συνεκροτήθη δε συμβούλιον κατά το οποίον πολλά ελέ­χθησαν περί του ιδίου αντικειμένου. Οι μεν δηλαδή υπεστήριζον ότι έπρεπε, να αποπλεύσουν εις Πελοπόννησον και χάριν αυτής να διακινδυνεύσουν, αντί να παραμένουν εκεί διά να πολεμήσουν υπέρ χώρας ήτις είχεν ήδη καταληφθή υπό του εχθρού, οι δε Αθηναίοι, οι Αιγινήται και οι Μεγαρείς υπεστήριζαν ότι έπρεπε να μείνουν εκεί και να πολεμήσουν.
Τότε ο Θεμιστοκλής επειδή υπερίσχυεν η γνώμη των Πελοποννησίων, εξήλθεν του συμβουλίου κρυφίως και απέστειλε με πλοίον άνδρα, ονόματι Σίκινον (Έλλην της Μικράς Ασίας ο οποίος εγνώριζε την περσικήν και ο οποίος είχε καταστεί δούλος), εις το στρατόπεδον των Μήδων, παραγγείλας εις αυτόν τι να είπη. Ούτος ήτο δούλος του Θεμιστοκλέους και παιδαγωγός των τέκνων του. Βραδύτερον ο Θεμιστοκλής τον έκανε Θεσπιέα (αι Θεσπιαί ευχαρίστως εδέχοντο αποίκους, λόγω των απωλειών κατά τους Περσικούς πολέμους) πολίτην και πλούσιον, επειδή τότε οι Θεσπιείς εδέχοντο νέους πολίτας. Αυτός, όταν έφθασε με το πλοίον του, είπε τα εξής εις τους στρατηγούς των βαρβάρων. Με έστειλεν εν αγνοία των άλλων Ελλήνων ο στρατηγός των Αθηναίων, (διότι τυγχάνει να είναι με το μέρος του βασιλέως και θέλει να υπερισχύσετε σεις μάλλον ή οι Έλληνες) να σας είπω, ότι οι Έλληνες κατατρομαγμένοι σκοπεύουν να φύγουν, και είναι η πλέον κατάλληλος περίστασις να εκτελέσητε το πλέον λαμπρόν από όλα τα άλλα έργα σας, εάν εμποδίσητε αυτούς να φύγουν. Διότι ούτε ομονοούν μεταξύ των, ούτε θα προβάλουν καμμίαν αντίστασιν εις υμάς, αλλά θα τους ιδήτε να ναυμα­χούν μεταξύ των χωρισμένους εις συμπαθούντος με υμάς, και τους αντι­θέτους προς αυτούς (με αυτήν την πράξιν του ο Θμιστοκλής θα ανεδεικνύετο σωτήρ της Ελλάδος ή ο χείριστος προδότης). Αφού είπεν αυτά ο Σίκινος έφυγεν από το μέ­σον, και ανεχώρησεν.
Εκείνοι επειδή επίστευσαν εις τα υπ' αυτού εξαγγελθέντα, αφ' ενός μεν απεβίβασαν πολλούς Πέρσας εις την νησίδα (Ψυττάλεια) την κειμένην μεταξύ Σαλαμίνος και ξηράς, αφ' ετέρου δε επειδή ήτο μεσονύκτιον ανέπτυξαν το προς δυσμάς άκρον της παρατάξεώς των (διά την περικύκλωσιν του Ελληνικού στόλου και την παρεμπόδισιν διαφυγής του προς Ισθμόν, εξ Ελευσίνος), σχηματίσαντες ημικύκλιον προς την Σαλαμίνα. Συγχρόνως δε εκείνοι οίτινες είχον ταχθεί περί την Κέον (πρόκειται περί του σκοπέλου Κέραμος, που ευρίσκεται στον κόλπον του Κερατσινίου και την Κυνόσουραν, απέπλευσαν, και ελθόντες κατέλαβον με τα πλοία των όλον τον πορθμόν μέχρι Μουνυχίας. Ο σκοπός της τοιαύτης παρατάξεως των πλοίων ήτο, να αποκόψουν την οδόν διαφυγής των Ελλήνων, και αποκλείοντες αυτούς εις Σαλαμίνα, να τους τιμωρήσουν δι' όσα κακά υπέστησαν υπ' αυτών εις Αρτεμίσιον.
Ο σκοπός δε της αποβάσεως των Περσών εις την νησίδα την καλουμένην Ψιττάλειαν ήτο : επειδή προέβλεπον ότι κατά την διεξαγωγήν της ναυμαχίας εκεί προ πάντων θα παρεσύροντο τα ναυάγια και οι άν­δρες, λόγω του ότι ευρίσκετο εις το στενόν, εις το οποίον προεβλέπετο η διεξαγωγή της ναυμαχίας, θα ηδύναντο έτσι τους μεν ιδικούς των να περιθάλψουν τους δε εχθρούς να φονεύσουν. Αυτά δε έπραττον σιωπιρώς διά να μη γίνουν αντιληπτοί υπό των πολεμίων. Αυτοί λοιπόν άγρυπνοι καθ' όλην την νύκτα, αυτά ητοίμαζον.
Ουδεμίαν επιφύλαξιν έχω διά το αληθές των χρησμών, και ούτε θα καταβάλω προσπάθειαν να διαψεύσω τούτους, τόσον φανερά ομιλούντας όταν προσβλέπω εις τοιαύτα ως τα κατωτέρω πράγματα. Όταν γεφυρώσωσι διά πλοίων την ιεράν ακτήν της φερούσης χρυσά όπλα Αρτέ­μιδος με την ακτήν της Κυνόσουρας, και με μανιώδη επιμονήν θα έχουν κυριεύσει τας λαμπράς Αθήνας, τότε η θεία δίκη θα σβήσει τον υιόν της Ύβριος τον ακάθεκτον Κόρον (ακάθεκτος κόρος=υπερβολική απόλαυσις), τον υπό φοβεράς μανίας κατεχόμενον να υποτάξη τα πάντα. Διότι ο χαλκός θα συγκρουσθή με  χαλκόν και ο Άρης δι' αίματος θα βάψει την Θάλασσαν. Τότε ο υιός του Κρόνου όστις βλέπει μακράν, και η ευτυχής νίκη, θα φέρουν την ημέραν της ελευθερίας εις την Ελλάδα.
Εις τα πράγματα αυτά, τα οποία με τόσην σαφήνειαν λέγονται υπό του Βάκιδος, ούτε τολμώ να φέρω αντίρρησιν εις τους χρησμούς, ούτε δέχομαι παρ' άλλων.
Οι ευρισκόμενοι εις Σαλαμίνα στρατηγοί εξηκολούθουν να διαπληκτίζωνται, μη γνωρίζοντες ότι περιεκυκλώθησαν υπό των βαρβαρι­κών πλοίων, αλλά είχον την εντύπωσιν ότι οι βάρβαροι έμενον εις τας θέσεις, εις τας οποίας τους έβλεπον παρατεταγμένους την προηγουμένην ημέραν.
Ενώ λοιπόν οι στρατηγοί διεπληκτίζοντο, ήλθεν εξ Αιγίνης ο Αριστείδης ο υιός του Λυσιμάχου, ανήρ Αθηναίος, εξωστρακισμένος υπό του δήμου. Τούτον κατά πληροφορίας περί του χαρακτήρος του, εγώ θεωρώ ως άνδρα άριστον και δικαιότατον μεταξύ των Αθη­ναίων. Ούτος ελθών εις την συνέλευσιν των στρατηγών, εφώναξεν έξω τον Θεμιστοκλήν ο οποίος δεν ήτο φίλος του, τουναντίον μάλιστα εχθρός του. Ενώπιον όμως του μεγέθους των παρόντων κακών, έθεσεν εις την λήθην εκείνα, και τον εφώναξεν έξω, εν τη επιθυμία του να τον συναντήση διότι είχεν ακούσει προηγουμένως ότι οι Πελοποννήσιοι ήσαν πρόθυμοι να αποπλεύσουν διά τον Ισθμόν. Καθώς δε εξήλθεν ο Θεμιστοκλής, ο Αρι­στείδης του είπεν τα εξής : Ημείς πρότερον και τώρα πρέπει να αμιλλώμεθα ποίος εκ των δύο μας, θα προσφέρει περισσότερα καλά εις την πατρί­δα. Σου λέγω λοιπόν ότι η συζήτησις μικρή ή μεγάλη δια τον απόπλουν των Πελοποννησίων είναι περιττή, διότι δύναμαι να σε βεβαιώσω ως αυτόπτης μάρτυς (πιθανώς ο Αριστείδης να είχεν αποσταλεί στην Αίγιναν διά την μεταφοράν των Αιακιδών), ότι τώρα ούτε οι Κορίνθιοι, ούτε ο ίδιος ο Ευρυ­βιάδης δύνανται να εκπλεύσουν εάν θελήσουν, καθ' όσον έχομεν περικυκλωθεί υπό των εχθρών. Είσελθε λοιπόν και γνωστοποίησε τούτο εις το Συμβούλιον.
Ο Θεμιστοκλής τότε του απήντησεν : Αι συμβουλαί σου είναι οφέλιμοι και αι ειδήσεις σου ευχάριστοι, αφού με βεβαιώνεις ότι παρέ­στης αυτόπτης μάρτυς εκείνου το οποίον επεδίωκον, και πρέπει να γνωρίζεις ότι συνήργησα εις αυτό το οποίον έκαμαν οι Μήδοι.
Επειδή οι Έλληνες δεν είχον διάθεσιν να πολεμήσουν, ήτο απαραίτητον, να τους αναγκάσει κάποιος να πράξουν τούτο. Εσύ δε επειδή έφερες καλάς ειδήσεις, πρέπει ο ίδιος να τας αναγγείλης, διότι εάν τας αναγγείλω εγώ, δεν θα πιστεύσουν ότι οι βάρβαροι προέβησαν εις αυτάς τας ενεργείας, αλλά θα νομίζουν ότι επλάσθησαν υπ' εμού. Είσελθε λοιπόν και περίγρα­ψε ο ίδιος την κατάστασιν ως έχει, και μετά την αναγγελίαν είτε πεισθώσι (αυτό θα είναι το καλύτερον) είτε δεν πεισθώσι, δι' ημάς είναι εν και το αυτό, αφού δεν δύνανται πλέον να φύγουν, διότι είμεθα περικυκλωμένοι ως βεβαιώνεις εσύ.
Όταν λοιπόν εισήλθεν ο Αριστείδης τους ανεκοίνωσεν αυτά, δηλώσας ότι ήλθεν εξ Αιγίνης, και ότι μόλις και μετά δυσκολίας κατώρθωσεν να διέλθει με το πλοίον του, και να διαφύγη της προσοχής των εχθρικών πλοίων, καθ' όσον ολόκληρον το Ελληνικόν στρατόπεδον έχει περικυκλωθεί υπό των πλοίων του Ξέρξου. Συνεβούλευσεν δε τούτους να ετοιμάζωνται διά άμυναν. Αυτά είπεν εκείνος και απεσύρθη, ενώ εκείνοι ήρχισαν εκ νέου την φιλονικίαν, καθ' όσον οι περισσότεροι των στρατηγών δεν επίστευον εις την είδησιν.
Ενώ λοιπόν αυτοί εξηκολούθουν μη πιστεύοντες, έφθασεν τριήρης αυτομόλων Τηνίων, της οποίας κυβερνήτης ήτο ο (Τήνιος) Παναίτιος ο υιός του Σωσιμένους, η οποία και έφερεν όλην την αλήθειαν. Διά την υπηρεσίαν αυτήν οι Τήνιοι ενεγράφησαν εις τον εν Δελφοίς τρίποδα (ο τρίπους αφιερώθη εις Δελφούς μετά την μάχην των πλαταιών), εις τους συντελέσαντας διά την ήτταν των βαρβάρων.
Με το πλοίον αυτό το οποίον ηυτομόλησεν εις Σαλαμίνα, και με το άλλο των Λημνίων το οποίον ηυτομόλησεν πρότερον εις Αρτεμίσιον, συνεπληρώθη ο αριθμός των Ελληνικών πλοίων εις τριακόσια ογδοήκοντα, διότι δύο μόνον υπελοίποντο διά να συμπληρωθεί ο αριθμός αυτός.
Επειδή λοιπόν τα λεχθέντα υπό των Τηνίων έγιναν πιστευτά εκ μέρους των Ελλήνων, ήρχισαν ούτοι να ετοιμάζοονται προς ναυμαχίαν.
Εν τω μεταξύ, ήρχισεν να υποφώσκει η ημέρα και οι στρατηγοί συνεκάλεσαν τους επιβαίνοντας των πλοίων εις τους οποίους την ωραιοτέραν προσφώνησιν εξ όλων έκαμεν ο Θεμιστοκλής. Ολόκληρος ο λόγος του περιεστράφη εις την σύγκρισιν του καλλιτέρου προς το χειρότερον, εν σχέσει προς την φύσιν του ανθρώπου και τους όρους διαβιώσεώς του. Εν επιλόγω συνεβούλευσεν αυτούς να εκτελέσουν τα καλλίτερα και τους διέταξεν να εισέλθουν εις τα πλοία. Όταν δε εισήρχοντο εις τα πλοία, έφθασεν και εξ Αιγίνης το πλοίον το οποίον είχεν αποσταλεί δια τους Αιακίδας. Τότε τα Ελληνικά πλοία ήρχισαν κινούμενα εκ της ακτής.
Εύθύς δε ως ήρχισαν ανοιγόμενοι προς το πέλαγος επετέθησαν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Τότε οι μεν άλλοι των Ελλήνων υπεχώρουν με την πρύμνην (πρόκειται περί ελιγμού) προς την ξηράν, ο δε Αμεινίας ο Αθηναίος, όστις κατήγετο εκ Παλλήνης, ανοιχθείς εις το πέλαγος συνεκρούσθη μετά εχθρι­κού πλοίου. Επειδή δε τα δύο πλοία ενεπλάκησαν και δεν ηδύναντο να διαχορισθούν έσπευσαν και οι άλλοι εις βοήθειάν των και ούτω επήλθεν η σύγκρουσις. Έτσι λέγουν οι Αθηναίοι ότι ήρχισεν η ναυμαχία. Οι Αιγινήται όμως λέγουν ότι το πλοίον το οποίον είχεν μεταβεί διά να μεταφέρει τους Αιακίδας, έκαμεν αρχήν της ναυμαχίας. Λέγεται ακόμη και το εξής: ότι δηλαδή ενεφανίσθη φάντασμα γυναικός, το οποίον άμα τη εμφανίσει παρεκίνει αυτούς τόσον μεγαλοφώνως ώστε ηκούετο από όλο το στρατόπεδον των Ελλήνων, αφού προηγουμένους τους εμέμφθη διά των εξής λόγων: δαιμονισμένοι έως πότε θα υποχωρείτε;
Έναντι των Αθηναίων είχον ταχθεί οι Φοίνικες (διότι εί­χον την δυτικήν και την προς Ελευσίνα πτέρυγα), έναντι των Λακεδαι­μονίων οι Ίωνες, οίτινες κατείχον την Ανατολικήν και προς Πειραιά πτέ­ρυγα, και εκ των οποίων ολίγοι προσεποιήθησαν τους δειλούς συμφώνως προς τας εντολάς του Θεμιστοκλέους, ενώ οι περισσότεροι όχι. Δύναμαι βεβαίως να απαριθμήσω ονόματα πολλών τριήραρχων κυριευσάντων Ελ­ληνικά πλοία, αλλά δεν θα κάμω χρήσιν ουδενός, εκτός των: θεμήστορος υιού του Ανδροδάμαντος και του Φυλάκου υιού του Ιστιαίου, αμφοτέρων εκ Σάμου. Αναφέρω δε μόνον τούτους διότι ο μεν θεομήστωρ ένεκεν του κατορθώματος τούτου ωρίσθη υπό των Περσών τύραννος της Σάμου, ο δε Φύλακος ενεγράφη εις τον πίνακα των ευεργετών του βασιλέως, και έλαβεν ως δώρον ένα μεγάλο κτήμα. Οι ευεργέται του βασιλέως Περσιστί λέγονται Οροσάγγαι.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν έγιναν αυτά. Τα περισσότερα δε των πλοίων (βαρβαρικών) εις την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος εβυθίζοντο, καταστρεφόμενα άλλα μεν υπό των Αθηναίων, άλλα δε υπό των Αιγινητών
Και ήτο επόμενον να συμβεί αυτό όπερ συνέβη, καθ' όσον οι μεν Έλ­ληνες εναυμάχουν με σύνεσιν και εις τας θέσεις εις τας οποίας (δεν περιγράφει τον τρόπον διεξαγωγής της ναυμαχίας) είχον ταχθεί, οι δε βάρβαροι ούτε με σύνεσιν ενήργουν, ούτε εις τας θέσεις των παρέμενον πλέον αν και, κατά την ημέραν εκείνην, εφάνησαν και υπήρξαν ανώτεροι εαυτών, από ότι εις τας ακτάς της Ευβοίας, διότι όλοι εκ φόβου πρός τον βασιλέα (ο Βασιλεύς παρηκολούθη την ναυμαχίαν καθήμενος επί αργυρόποδος θρόνου εις τους πρόποδας του όρους Αιγάλαιο) επαρουσιάζοντο πρόθυμοι, και εκαστος επίστευεν ότι ο βασιλεύς τον παρατηρεί.
Διά τους άλλους, εκ τε των βαρβάρων και Ελλήνων, δεν δύναμαι μετά βεβαιότητος να είπω, πως εις έκαστος εξ αυτών ηγωνίσθη : υπό της Αρτεμισίας όμως έγινεν το εξής, διά το οποίον και εξετιμήθη έτι περισσότερον υπό του βασιλέως. Όταν ο στόλος του βασιλέως είχεν περιέλθει εις φοβεράν σύγχισιν, το πλοίον της Αρτεμισίας ευρέθη καταδιωκόμενον υπό τίνος Αθηναϊκού πλοίου. Μη δυναμένη δε να διαφύγει διότι έμπροσθέν της υπήρχον άλλα φιλικά πλοία, και το ιδικόν της ευρίσκετο πολύ πλησίον των εχθρικών, εθεώρησεν καλόν να προβεί εις την εξής ενέργειαν, της οποίας η εκτέλεσις την ωφέλησεν κατά πολύ. Διωκομένη δηλα­δή παρά του Αττικού πλοίου ενεβόλισεν φιλικόν πλοίον των Καλυνδέων (η πόλις Κάλυνδα ευρίσκαται εις τα σύνορα Καρίας και Λυκίας) επί του οποίου επέβαινεν και αυτός ούτος ο βασιλεύς των Καλυν­δέων Δαμασίθυμος.
Εάν τώρα είχε κάποια διαμάχη μετ' αυτού, από της εποχής κατά την οποίαν ευρίσκοντο εις Ελλήσποντον, εγώ τουλάχιστον δεν δύναμαι να τα βεβαιώσω, ούτε εάν το έπραξεν εκ προθέσεως,  ή τυχαίως το πλοίον των Καλυνδέων συνέπεσε να ευρεθεί εις τον δρόμον της. Καθώς δε με τη βοή­θεια της τύχης ενέβαλεν και κατεβύθισεν τούτο, διπλήν ωφέλειαν (123) προσεπορίσθη. Διότι ο κυβερνήτης του Αττικού πλοίου ως είδεν ότι ενεβόλισε πλοίον πλήρες βαρβάρων, εθεώρησεν το πλοίον της Αρτεμισίας ως  Ελληνικόν, παρά βαρβαρικόν το οποίον είχεν αυτομολήσει και τους εβοήθει και το εγκατέλειψεν, στραφείς προς καταδίωξιν άλλου.
Αφ' ενός λοιπόν την εβοήθησεν η τύχη να διαφύγει την κατα­δίωξιν και να μη χαθεί, αφ' ετέρου συνέβη ώστε, ενώ διέπραξεν κακόν, απέκτησεν εκτίμησιν από τον Ξέρξη, διά την πράξιν της αυτήν. Λέγεται ότι ο βασιλεύς ο οποίος παρηκολούθει την ναυμαχίαν, αντελήφθη το πλοίον που έκαμε τον έμβολισμόν, και ότι ένας των (λέγεται ότι ήτο ένας Σάμιος με οξυτάτην όρασιν και ημείβετο πλουσιοπάραχα υπό του Ξέρξου δια να τον ακουλουθεί εις τας εξτρτείας) παρευρισκομένων του είπε: βλέπεις Δέσποτα πόσον καλά αγωνίζεται η Αρτεμισία, και επί πλέον εβύθισεν και εχθρικόν πλοίον; Λέγουν δε ότι ο βασιλεύς ηρώτησεν, εάν όντως αυτό ήτο έργον της Αρτεμισίας· και τότε εκείνοι τον διεβεβαίωσαν περί τούτου, λέγοντες ότι γνωρίζουν καλώς το έμβλημα του πλοίου της, και ότι το καταστραφέν πλοίον ήτο εχθρικόν. Ακόμη δε και σ’αυτό την ηυνόησεν η τύχη, όπως και εις τα προηγούμενα τα οποία ανέφερα, εις το ότι ουδείς εκ του Καλυνδικού πλοίου διεσώθη ώστε να γίνει κατήγορός της. Ο Ξέρξης ακούσας αυτά λέγεται ότι είπεν : οι άνδρες μου έγιναν γυ­ναίκες, αι δε γυναίκες άνδρες. Αυτά λέγουν ότι είπεν ο Ξέρξης.
Κατά την μάχην αυτήν, εφονεύθη ο στρατηγός Αριαβίγνης (την ναυαρχίδα εμβόλισεν ο Αμεινίας ο Παλλινεύς) υιός του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξου, και ακόμη πολλοί άλλοι επιφανείς εκ των Περσών, των Μήδων και των άλλων συμμάχων. Εκ των Ελλήνων ολίγοι εφονεύθησαν, διότι εκείνοι των οποίων τα πλοία κατεστρέφοντο, εάν δέν εφονεύοντο, διεπεραιώνοντο εις Σαλαμίνα, επειδή εγνώριζον να κολυμβούν. Εκ των βαρβάρων πάρα πολλοί εχάθησαν εις την Θάλασσαν επειδή δεν εγνώριζον να κολυμβούν. Όταν τα πλοία της πρώ­της γραμμής ετράπησαν εις φυγήν, τότε κατεστράφησαν τα περισσότερα βαρβαρικά πλοία. Διότι οι όπισθεν τούτων τεταγμένοι στην προσπαθειά των να φέρουν τα πλοία των εμπρός, διά να επιδείξουν και αυτοί εις τον Βασιλέα ότι προσέφεραν έργον, επέπιπτον επί των ιδικών των πλοίων τα οποία έφευγον.
Εις την αναταραχήν εκείνην έλαβεν χώραν το εξής περιστατικόν. Τινές των Φοινίκων των οποίων τα πλοία είχον καταστραφεί, επαρουσιάσθησαν εις τον βασιλέα και διέβαλον τους Ίωνας, ότι εξ αιτίας εκείνων είχον χαθεί τα πλοία των, επειδή επρόδοσαν. Συνέπεσεν όμως να γίνει το εξής, ένεκα του οποίου και οι στρατηγοί των Ιώνων δεν εχάθησαν και οι διαβαλόντες Φοίνικες έλαβον την αρμόζουσαν σ’αυτούς άμοιβήν. Ενώ εκείνοι ωμίλουν ακόμη, πλοίον Σαμοθρακικόν έπληξε δι' εμβόλου ένα Αττικόν πλοίον, και ενώ το Αττικόν εβυθίζετο, επήλθεν Αιγινητικόν πλοίον και εβύθισεν το Σαμοθρακικόν. Οι Σαμοθράκες όντες καλοί ακοντισταί έβαλον κατά των επιβατών του πλοίου το οποίον εβύθισε το ιδικόν των τους εφόνευσαν και στη συνέχεια επέβησαν και εκυρίευσαν τούτο. Το περιστατικόν τούτο έσωσεν τους Ίωνας· διότι ευθύς ως ο Ξέρξης είδε το μεγάλο κατόρ­θωμα τούτων, εστράφη προς τους Φοίνικας καταλυπημένος και κατηγο­ρών τους πάντας, διέταξεν να τους αποκεφαλίσουν ίνα μη δειλοί όντες αυτοί, κατηγορούν τους καλυτέρους των.
Ο Ξέρξης καθήμενος εις τους πρόποδας του όρους του καλουμένου Αιγάλεω, το οποίον ευρίσκεται έναντι της Σαλαμίνος, οσάκις έβλεπεν κα­νένα εκ των ιδικών του να επιτελεί κάποιο κατόρθωμά στη ναυμαχία, εζήτει πληροφορίας περί αυτού, και οι γραμματείς κατέγραφον το όνομα του τριηράρχου, ως και του πατρός του, και την πόλιν του. Εις το πάθημα τούτο των Φοινίκων, συνετέλεσεν προσέτι και ο Πέρσης Αριαράμνης ο οποίος ήτο φίλος των Ιώνων.
Εκείνοι λοιπόν (οι ορισθέντες) ετράπησαν κατά των Φοινίκων. Όταν οι βάρβαροι ετράπησαν εις φυγήν, εκπλέοντες(έφυγαν τόσο βιαστικά που εγκατέλειψαν το εις την Ψυττάλειαν αποβιβασθέν απόσπασμα) προς Φάληρον, οι Αιγινήται οι οποίοι είχον καταλάβει τον πορθμόν, επετέλεσαν αξιοθαύμαστα έργα. Κατά την σύγχυσιν εκείνην οι μεν Αθηναίοι κατέστρεφον τα υποχωρούντα και ανθιστάμενα πλοία, οι δε Αιγινήται τα εκπλέοντα, τοιουτοτρόπως οι διαφεύγοντες τους Αθηναίους, ενέπιπτον εις τους Αιγινήτας κατά την φυγήν των.
Τότε συνέπεσεν να συναντηθούν δύο πλοία, το του Θεμιστο­κλέους το οποίον κατεδίωκεν εχθρικόν πλοίον, με το του Πολυκρίτου του υιού του Κρίου εξ Αιγίνης, το οποίον είχεν εμβάλει πλοίον των Σιδωνίων, εκείνο ακριβώς το πλοίον το οποίον ειχεν αιχμαλωτίσει το Αιγινητικόν το οποίον εύρισκόμενον εν προφυλακή εις Σκίαθον, και επί του οποίου επέβαινεν ο Πυθέας ο υιός του Ισχενόου, του οποίου οο Πέρσαι θαυμάζοντες την ανδρείαν του, εκράτησαν εις το πλοίον των καίτοι βαρέως τραυματισμένον. Αυτό λοιπόν το πλοίον των Σιδωνίων έχον μέσα αυτόν μετά των Περσών, συνελήφθη αιχμάλωτον, και έτσι διεσώθη ο Πυθέας εις Αίγιναν. Όταν ο Πολύκριτος είδεν το Αττικόν πλοίον και το ανεγνώρισεν εκ του σήματος της ναυαρχίδος, εφώναξεν ειρωνικώς τον Θεμιστοκλήν να ίδη πως μηδίζουσιν (οι Αθηναίοι είχον κατηγορήσει τους Αιγινίτας δια Μηδισμό, τον δε πατέρα του Πολυκρίτου Κριός είχον φυλακίσει οι Αθηναίοι) οι Αιγινήται.
Τούτον τον χλευασμόν εξεστόμισεν προς τον Θεμιστοκλήν ο Πολύκριτος καθ' ην στιγμήν ενεβόλιζε το εχθρικόν πλοίον.
Οι βάρβαροι των οποίων τα πλοία διέφυγον έφθασαν εις Φάληρον και ετέθησαν υπό την προστασίαν του στρατού.
Εις την ναυμαχίαν αυτήν περισσότερον όλων των Ελλήνων επηνέθησαν οι Αιγινήται, και μετά από αυτούς οι Αθηναίοι, εκ των αν­δρών δε ο Αιγινήτης Πολύκριτος, και ο Αθηναίος Ευμένης εκ του δήμου Αναγυρούντος, και Αμεινίας εκ Παλλήνης, ο οποίος κατεδίωξεν  και την Αρτεμισίαν.
Και εάν εγνώριζεν ότι η Αρτεμισία επέβαινεν του πλοίου εκείνου, δεν ήθελεν παύσει πριν ή εκείνην συλλάβη ή αυτός συλληφθή, καθ' όσον είχεν δοθεί εντολή εις τους Αθηναίους τριηράρχας, και είχεν ακόμη προκηρυχθεί αμοιβή δέκα χιλιάδων δραχμών εις εκείνον όστις θα την συνελάμβανεν ζώσαν, επειδή εθεωρείτο φοβερόν να εκστρατεύει γυναίκα κατά των Αθη­νών. Αυτή όμως, ως ελέχθη πρότερον, διέφυγεν εις Φάληρον, ομού με τους άλλους των οποίων τα πλοία εσώθησαν.
Διά τον Αδείμαντον τον στρατηγόν των Κορινθίων οι Αθηναίοι λέγουν, ότι ευθύς ως συνεκρούσθησαν τα πλοία, έκπληκτος και πανικό­βλητος, ανεπέτασε τα ιστία και έφυγεν. Βλέποντες οι Κορίνθιοι την ναυαρ­χίδα τους να φεύγει έφευγον και αυτοί. Όταν λοιπόν φεύγοντες ευρίσκοντο παρά το ιερόν της Σκιράδος (ευρίσκετο στο ακροτήριον Σκιράδιον και την Νοτίαν πλευράν της Σαλαμίνος. Το όνομα Σκιράς ήτο η αρχαιοτάτη ονομασία της Σαλαμίνος) Αθηνάς εις Σαλαμίνα, συνήντησαν ένα θεόπεμπτον πλοιάριον, του οποίου τον αποστολέα προς τους Κορινθίους ουδείς γνωρίζει· οι Κορίνθιοι ουδέν εγνώριζον περί των συμβαινόντων εις τον στρατόν. Το ότι ήτο θεόπεμπτον συμπεραίνεται από το εξής : ευθύς ως τούτο επλησίασεν τα πλοία οι επιβαίνοντες αυτού είπον : Αδείμαντε έστρεψες τα πλοία σου αποφασισμένος να φύγης, καταπροδίδων ούτω τους Έλληνας αυτοί όμως τώρα νικούν, υπερισχύοντες των αντι­πάλων τους όπως ακριβώς ηύχοντο. Αυτά έλεγον και επειδή ο Αδείμαντος δεν τους επίστευεν, προσέθεσαν ότι δέχονται να κρατηθούν ως όμηροι, και να θανατωθούν εάν διαπιστωθεί ότι οι Έλληνες δεν ενίκησαν. Κατόπιν λοιπόν τούτου, αυτός και οι άλλοι έστρεψαν τα πλοία προς τα οπίσω, και ήλθον εις το στρατόπεδον όταν πλέον είχε τελειώσει η ναυμαχία. Οι Αθη­ναίοι αυτήν την φήμην διέδωσαν διά τους Κορινθίους. Οι ίδιοι όμως δεν το παραδέχονται, αλλά διατείνονται ότι ανεδείχθησαν μεταξύ των πρώτων εις την ναυμαχίαν (139). Υπέρ αυτών μαρτυρούν και οι άλλοι Έλληνες.
O δε αριστείδης ο υιός του λυσιμάχου εξ Αθηνών, διά τον  ολίγον πρότερον ανέφερα ότι πρόκειται περί αρίστου ανδρός, κατά τα γεγονότα της Σαλαμίνος έκανεν το εξής : παρέλαβεν πολλούς των οπλι­τών οι οποίοι είχον ταχθεί εις την ακτήν αυτήν της Σαλαμίνος, απεβίβασεν τούτους εις την νήσον Ψυττάλειαν, και εφόνευσεν όλους τους Πέρσας οι οποίοι ευρίσκοντο εις την νησίδα αυτήν.
Όταν έληξεν η ναυμαχία, οι έλληνες έσυραν εις την σαλαμίνα τα ναυάγια τα οποία έτυχεν να ευρίσκωνται ακόμη εκεί, και ήσαν έτοιμοι δι' άλλην ναυμαχίαν, ελπίζοντες ότι ο βασιλεύς θα κάμει προς τούτο χρήσιν των περισωθέντων (διότι ο Περσικός στόλος εξακολουθούσε να είναι αριθμιτικά υπέρτερος του Ελληνικού) πλοίων.
Πολλά εκ των ναυαγίων τα παρέσυρεν ο Ζέφυρος και τα έφερεν εις την ακτήν της Αττικής την καλουμένην Κωλιάδα (κατά τους περισσότερους αρχαιολόγους ταυτίζεται με την προεξοχήν Άγιος Γεώργιος πλησίον του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και κατ’άλλους με τη προεξοχη του Αγίου Κοσμά). Ετσι επηλήθευθησαν όλοι οι χρησμοί περί της ναυμαχίας αυτής, τόσον εκείνοι τους οποίους είπον ο Βάκις και ο Μουσαίος, όσον και ο αφορών στα εκβρασθέντα ναυά­για, τον οποίον είπεν πολλά έτη πρότερον ο χρησμολόγος Λυσίστρατος ο Αθηναίος, και του οποίου η έννοια ειχεν διαφύγει όλων των Ελλήνων.«Αι Κωλιάδες γυναίκες θα μαγειρεύουν με κώπας». Τούτο έμελλεν να γίνη μετά την αποχώρησιν του βασιλέως.
Ο Ξέρξης ευθύς ως αντελήφθη την συμφοράν (ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τας απωλείας των αντιπάλων. Ο Διόδωρος λέγει ότι ήσαν 40 Ελληνικά και 200 Περσικά πλην των κυριευθέντων. Ο Κτησίας αναφέρει ότι αι απώλειαι των Περσών ήσαν 500 πλοία), εσκέπτετο να φύγη, επειδή εφοβείτο μήπως κανείς των Ιώνων συμβουλεύσει τους Έλληνας, ή μήπως μόνοι των συλλάβουν την ιδέαν και πλεύσουν εις Ελλήσποντον διά να αποκόψουν τας γεφύρας, και έτσι αποκλεισθεί εις Ευρώπην, οπότε εκινδύνευε να καταστραφεί.
Επειδή επεθύμει όμως, ώστε ούτε οι Έλληνες ούτε οι ιδικοί του, αντιληφθούν τας προθέσεις του περί αυτού, έθεσεν εις εφαρμογήν την κατασκευήν διαχώματος προ σύνδεσιν της Σαλαμίνος. Για το σκοπό αυτόνο συνέδεεν στρογγύλα εμπορικά πλοία των Φοινίκων (Παύλους) τα οποία θα εχρησίμευον ως τείχος και συγχρόνως γέφυρα. Προέβαινεν ακόμη εις πολεμικάς προπαρασκευάς, ως να επρόκειτο να κάμει άλλην ναυμαχίαν. Βλέποντες όλοι οι άλλοι αυτά, ήσαν πεπεισμένοι ότι ήτο αποφασισμένος να παραμείνει και να συνεχίσει τον πόλεμον, εκτός του Μαρδονίου ο οποίος εγνώριζεν καλώς την νοοτροπίαν του και δεν εξηπατάτο απ' αυτά. Ενώ έκανε αυτά ο Ξέρξης έστειλεν συγχρόνως αγγελιαφόρον διά να αναγγείλη εις Περσίαν την συμφοράν του.
Ουδέν θνητόν ον δύναται να φθάσει γρηγορώτερον των αγγελιαφόρων αυτών. Επιτυγχάνουν δε τούτο οι Πέρσαι χρησιμοποιούντες την εξής μέθοδον : καθώς λέγουν, όσων ημερών πορεία είναι η όλη οδός, τόσοι ίπποι και άνδρες διατίθενται. Εις το τέρμα δηλαδή εκάστης ημερησίας πορείας είναι τοποθετημένοι εις ανήρ και εις ίππος. Τούτους ούτε χιών„ ούτε βροχή, ούτε ζέστη, ούτε νύκτα, εμποδίζουν από του να διατρέξουν το δυνατόν ταχύτερον την καθωρισμένην απόστασιν.
Ο πρώτος λοιπόν δρομεύς παραδίδει τας εντολάς τας οποίας έχει λάβει, εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον, και εν συνεχεία ο ένας παραδίδει εις τον άλλον τας εντολάς καθώς ακριβώς γίνεται εις την Ελλάδα η λαμπαδηφορία κατά την εορτήν προς τιμήν του Ηφαίστου. Το τρέξιμο αυτό των ίππων οι Πέρσαι καλούν αγγαρείαν (λέξις που σημαίνει έφιππον ταχυδρόμον).
Η πρώτη είδησις ότι ο Ξέρξης εκυρίευσεν τας Αθήνας, όταν έφθασεν εις Σούσα επροξένησεν τόσην χαράν εις τους παραμένοντας εκεί Πέρσας, ώστε έστρωσαν όλας τας οδούς με μυρσίνας, έκαιγαν θυμιάματα,, και επεδόθησαν εις θυσίας και διασκεδάσεις.
Η δευτέρα όμως είδησις η οποία ήλθεν εκ των υστέρων, συνετάραξεν αυτούς τόσον, ώστε όλοι εξέσχισαν τους (συνήθεια ανατολικών λαών) χιτώνας των θρηνούντες και οδυρόμενοι και κατηγορούντες τον Μαρδόνιον ως υπαίτιον τούτου. Έκαμνον δε ταύτα οι Πέρσαι όχι τόσον επειδή ελυπούντο διά τα πλοία, αλλά διότι εφοβούντο διά την ζωήν του Ξέρξου.
Αυτά εξηκολούθουν να γίνωνται παρά των Περσών, καθ' όλον το μεσολαβήσαν χρονικόν διάστημα μέχρις αφίξεως του Ξέρξου, όταν και έπαυσαν. Ο Μαρδόνιος βλέπων τον Ξέρξην υπερβολικά λυπημένον διά την ναυμαχίαν, και υποπτευόμενος ότι εσκόπευε να φύγει εξ Αθηνών ανελογίσθη ότι θα τιμωρηθεί. Επειδή δε αυτός έπεισε τον βασιλέα να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος και επομένως ήτο προτιμότερον δι' αυτόν να διακινδυνεύσει εκ νέου να καθυποτάξει την Ελλάδα, ή να έχει ένδοξον τέλος, στην προσπαθεία του διά μεγάλα έργα. Περισσότερον όμως υπελόγιζεν εις την καθυπόταξιν της Ελλάδος. Αυτά αναλογιζόμενος έκανε την ακόλουθον πρότασιν : Δέσποτα μήτε να λυπήσαι, μήτε να θεωρείς μεγάλην συμφοράν αυτό το οποίον έγινεν, διότι εις ημάς δεν εξαρτάται το παν εκ του αγώνος των πλοίων, αλλά εκ των ανδρών και των ίππων. Ουδείς δε εκ τούτων οίτινες νομίζουν ότι εκέρδισαν το παν, θα εξέλθει των πλοίων διά να προσπαθήσει να εναντιωθεί εις σε, ούτε άλλος τις εκ των κατοίκων της ηπείρου ταύτης θα τολμήσει τοιούτον τι, όσοι δε το έπραξαν ετιμωρήθησαν. Εάν λοιπόν εγκρίνεις ας επιτεθώμεν τώρα κατά της Πελοποννήσου, έκτος εάν φρονείς ότι πρέπει να αναβάλωμεν. Αλλά μην στενοχωρείσαι καθ' όσον δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουν οι Έλληνες την τιμωρίαν δι' όσα έκαναν τώρα και πρότερον, και να γίνουν δούλοι σου. Και αυτό προ πάντων πρέπει να κάμωμεν τώρα. Εάν πάλιν προτίθεσαι να πάρεις τον στρατόν και να φύγεις, εις αυτό έχω διάφορον γνώμην. Μην κάμεις βασιλεύ, τους Πέρσας καταγέλαστους εις τους Έλληνας, διότι εΙς ότι εξηρτάτο από τους Πέρσας τα πράγματα δεν έβλαψαν, ούτε δύνασαι να είπης .οτι εδείχθησαν δειλοί.
Εάν εφάνησαν δειλοί οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, και οι Κίλικες, αυτό δεν νομίζω ότι προσάπτει μομφήν εις τους Πέρσας. Και επειδή εις ουδέν έπταισαν οι Πέρσα άκουσόν με. Εάν έχεις αποφασίσει να φύγεις, πάρε το περισσότερον στράτευμα και επίστρεψον εις τα βασιλικά σου ανάκτορα, εγώ δε αφού επιλέξω και κρατήσω τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, αναλαμβάνω την υποχρέωση να σου παραδώσω την Ελλάδα υπόδουλον
Μετά από τόσα δυσάρεστα, όταν άκουσαν αυτά ο Ξέρξης, εχάρη πολύ και απήντησεν εις τον Μαρδόνιον ότι θα εξετάσει και θα του απαντήσει ποίον εκ των δύο θα εκτελέσει.
Καθώς δε συνεσκέπτετο περί του πρακτέου μετά των Περσών επιτελών του, έκρινε φρόνιμο να προσκαλέσει εις το συμβούλιο και την Αρτεμισίαν, καθ' όσον προηγουμένως αυτή μόνον συνέλαβε την ορθήν ιδέαν περί του πρακτέου. Όταν δε έφθασεν η Αρτεμισία, διέταξε την αποχώρησιν όλων των άλλων, τόσον των συμβούλων του (140), όσον και των φρουρών και της είπεν τα εξής : Ο Μαρδόνιος προτείνει εις εμέ να μείνω εδώ και να προσβάλω την Πελοπόννησον, ισχυριζόμενος ότι οι Πέρσα1 και γενικά ο στρατός ξηράς είναι ανεύθυνοι δι' όσα συνέβησαν, και προ­τίθενται να το αποδείξουν. Προτείνω λοιπόν ή να πράξω ταύτα προσωπικώς, ή να επιστρέψω εγώ με τον λοιπόν στρατόν εις τα ανάκτορά μου, και να αναλάβει αυτός, αφού επιλέξει εκ του στρατού τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, να μου παραδώσει την Ελλάδα υπόδουλον. Επειδή λοιπόν εσύ και περί της ναυμαχίας μου έδωσες ορθή συμβουλή να την αποφύγω, συμβούλευσέ με και τώρα ποία εκ των δύο θα είναι η καλυτέρα απόφασις.
Ο μεν Ξέρξης εζήτησε τη συμβουλή της περί αυτών, εκείνη δε του απήντησεν ως ακολούθως : είναι δύσκολο βασιλεύ, να δώσει τις την αρίστην απάντησιν εις εκείνον όστις ζητά την συμβουλή του, πάντως ως έχει διαμορφωθεί η κατάστασις, έχω την γνώμην ότι εσύ πρέπει να επιστρέψεις, και να αφήσεις τον Μαρδόνιον εάν θέλει και υπόσχεται να πραγματοποιήσει αυτά, αφού του δώσεις όσους άνδρας θέλει. Εάν επιτύχει του σκοπού του, και υποτάξει αυτούς τους οποίους λέγει ότι θέλει να υποτάξει, τότε μεγαλειότατε το έργον αυτό είναι ιδικόν σου καθ' όσον επετελέσθη από δούλους σου· εάν δε πάλιν το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο του υπό του Μαρδονίου προσδοκωμένου, τούτο δεν θα αποτελεί και μεγάλη συμφοράν, εφ' όσον συ και ο οίκος σου θα υπάρχετε. Όσον δε θα υπάρχετε συ και ο οίκος σου, πολλάκις και πολλούς αγώνας διά την ύπαρξή των θα δοκιμάσουν οι Έλληνες. Εάν πάλιν ο Μαρδόνιος πάθει τι, τούτο δεν θα είναι τίποτε σοβαρόν, καθ' όσον και εάν ακόμη τον νικήσουν οι Έλληνες τούτο δεν θ' αποτελέσει νίκη των κατά σου, αλλά καταστροφήν ενός δούλου σου. Εσύ πάντως πρέπει να φύγεις αφού δια της πυρπολήσεως των Αθηνών εξεπλήρωσες τον σκοπόν της εκστρατείας σου.
Η συμβουλή αυτή άρεσε εις τον Ξέρξη, διότι η Αρτεμισία επέτυχε δια των λόγων της, αυτά ακριβώς τα οποία είχε και αυτός κατά νουν. Κατά την γνώμη μου τόσος ήτο ο φόβος ο οποίος τον είχε κατα­λάβει, ώστε και όλοι εάν τον συνεβούλευον να μείνει, πάλιν αυτός δεν θα έμενε. Αφού λοιπόν επήνεσσε την Αρτεμισίαν, την απέστειλεν εις Έφεσον, και την επιφόρτισε να συμπαραλάβει τα τέκνα του. Ηκολούθουν δε τούτον μερικά νόθα τέκνα του.
Μαζί με τα τέκνα του απέστειλεν ως φύλακα και τον Ερμότιμον όστις κατήγετο από τα Πήδασα, και ο οποίος κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των ευνούχων του βασιλέως. Οι Πηδασείς κατοικούν υπερ­άνω της Αλικαρνασσού. Εις τους Πηδασείς αυτούς λέγεται ότι συμβαίνει το εξής : όταν εις αυτούς ή τους περιοίκους της πόλεως πρόκειται συντό­μως να συμβεί κακόν τι, τότε η εκεί ιέρεια της Αθηνάς βγάζει γενειάδα μεγάλη.                                                 























Δεν υπάρχουν σχόλια: