ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΞΙΩΜΕΝΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

Το πόνημα είναι του καταξιωμένου φιλολόγου καθηγητού ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΜΠΕΣΗ  (θα αναρτηθούν και άλλα πονήματα του ιδίου)

(Ημι)ονική αδηφαγία


   Έχουμε σχεδόν μία δεκαετία, που μπήκαμε στον 21ο αιώνα μ.χ. χαράς ευαγγέλια!
   Kαι τι δεν έχουμε πετύχει. Πολλά και θαυμαστά τα επιτεύγματά μας. Πρέπει εμείς οι άνθρωποι να’μαστε περήφανοι γι’αυτό.                                                                                                Ξεχάσαμε , όμως , κάτι, ότι είμαστε  άνθρωποι, δηλαδή όντα νοήμονα με συναισθηματικό κόσμο και βιολογικές ανάγκες, και λέω "ξεχάσαμε" γιατί αμφιβάλλω τόσο για το εύρος της νοημοσύνης μας, όσο και για το εύρος του συναισθηματικού  μας οπλισμού. Εκείνου , για την ευρύτητα του οποίου δεν έχω αμφιβολίες, είναι η πλήρωση των βιολογικών μας αναγκών, πράγμα που με θρησκευτική ευλάβεια  προσπαθούμε να τηρούμε. Αλλά δεν είμαστε εμείς μόνο που προσπαθούμε˙ είναι και κάποιοι άλλοι που προσπαθούν να μας μετατρέψουν σε άκριτες μηχανές αδήφαγης κατανάλωσης, μεταμορφώνοντας μας σε άσκεπτους ημίονους ή όνους, που εξαντλούν τα ιδανικά τους σε μια αδήφαγη σανοκατάποση. Μουλάρια λοιπόν και γαϊδάρους μας έχουν κάνει σερβίροντας μας ρηχή τροφή σε βαθιά πιάτα, ποτά μπόμπες σε κρυστάλλινα ποτήρια, πρωκτικά εκκρίματα σε πανάκριβες συσκευές T/V, κι εμείς τα δεχόμαστε και, το χειρότερο, τα φχαριστιόμαστε τόσο, ώστε βάλαμε φραγή στο μυαλό και τη συνείδησή μας  ακολουθώντας τον κατάντη δρόμο μιας αγελαίας πορείας. Ο υλικός ευδαιμονισμός στην αποθέωσή του. Ο ψυχικός ευγενισμός κείτεται στα αζήτητα εγκαταλειμμένος και αποστεωμένος, θλιβερό κουφάρι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μα και το μυαλό μας το συρρικνώσαμε. Τρώμε ό,τι μας προσφέρουν, μασάμε ό,τι θέλουν, αγκαλιάζουμε ό,τι μας διαφημίζουν. Κι ύστερα βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε ελεύθεροι. Ναι, είμαστε ελεύθεροι να απεμπολάμε την εγκράτεια, να απολακτίζουμε το συναίσθημα, να καταδικάζουμε σε ατροφία τη κριτική μας ικανότητα ανάγοντας τα ανούσια σε ουσιώδη τα δύσοσμα σε εύοσμα, τα περιττά σε αναγκαία γινόμενοι αενάως παρωπιδικοί θεράποντες μιας άβαθης (ημι)ονικής αδηφαγίας!

Αν ξαναζούσα...

   Μετανιωμένοι πολλές φορές από τα δρώμενά μας στη ζωή αναμασάμε το κοινότυπο: Αν ξαναγεννιόμουνα και ξαναζούσα μια ζωή, δε θα'κανα αυτά τα σφάλματα ή θα συμπεριφερόμουν διαφορετικά σε κάποιες περιστάσεις. Βέβαια θα πρέπει να προσθέσουμε ή να διευκρινίσουμε πως , για να κάναμε κάτι τέτοιο, θα'πρεπε να διατηρούσαμε στη μνήμη μας τις παραστάσεις της προηγούμενης ζωής μας, αλλιώς το πιθανότερο θα'ταν να πέσουμε στα ίδια λάθη.
   Αυτό που ονομάζουμε πείρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι συσσωρευμένες στη μνήμη παραστάσεις, που αντιστοιχούν σε παρελθοντικές εντυπώσεις. Επιτυχίες ή αποτυχίες στη ζωή δίνουν υλικό για το χτίσιμο της πείρας. Θα τολμούσα να πω ότι το κυρίως δομικό υλικό της πείρας είναι προϊόν των αποτυχιών μας, γιατί οι αποτυχίες δονούν περισσότερο το θυμικό και πολλές φορές σφραγίζουν τον ψυχισμό μας με ανεπούλωτα τραύματα.
   Ο καθένας μας έχει ζήσει προσωπικά περιστατικά, δηλαδή περιστατικά, στα οποία ο ίδιος είχε ενεργό μέρος. Σ’αυτά τήρησε μια ορισμένη στάση, που ύστερα αποδείχτηκε θετική ή αρνητική. Τώρα είναι βέβαιος ότι σε μια νέα ζωή θα ακολουθήσει την ίδια τακτική για τις περιπτώσεις που η παρελθοντική του συμπεριφορά έφερε θετικά αποτελέσματα, και θα διαφοροποιήσει την τακτική του για τις περιπτώσεις που η παρελθοντική του συμπεριφορά έφερε αρνητικά αποτελέσματα. Είναι, όμως, αυτό και το ορθό; Είμαστε απολύτως βέβαιοι πως έτσι κάθε μας ενέργεια θα’χει ευτυχή εξέλιξη; Μήπως μία τέτοια βεβαιότητα αποτελεί μορφή αφέλειας και η πράξη αποδείξει ότι το παρελθόν δεν είναι πάντοτε ο σωστός δάσκαλος του μέλλοντος; Αυτά τα ερωτηματικά πηγάζουν από το γεγονός ότι κάθε χρονική στιγμή για τον καθένα μας πλαισιώνεται από άπειρα συνοδά στοιχεία που λειτουργούν ως συνιστώσες της συνισταμένης που  την ονομάζουμε περιστατικό. Ποιος μας εγγυάται ότι το ίδιο συμβάν με την α ή β αντιμετώπιση θα φέρει το προσδοκώμενα αποτέλεσμα;     
   Ξεχνάμε ή θέλουμε να ξεχνάμε πως στη νέα ζωή οι άπειρες λοιπές συνιστώσες είναι αδύνατο να είναι ίδιες με εκείνες της προηγούμενης ζωής μας;
  Κάνοντας τις παραπάνω σκέψεις άρχισα να τα βάζω με τον εαυτό μου, που επανειλημμένα έχω πει στον κοινωνικό μου περίγυρο ότι, αν ξαναζούσα, σε πολλά θα έκανα διαφορετικές κινήσεις από τις προσόμοιες της πρώτης μου ζωής, και όμως, ενώ τα βάζω με τον εαυτό μου δίνοντας έτσι κάποια δείγματα αυτογνωσίας ή λογικής μέθεξης στα τεκταινόμενα, όμως δε σας το κρύβω - και μη με παρεξηγείτε γι’αυτό - ότι μέσα μου μια αόρατη αλλά έντονη φωνή μου λέει: « Χρήστο, αν ξαναζούσες, θα’πρεπε να κάνεις αυτό αντί για’κείνο’». Δείγμα κι αυτό της ανθρώπινης ατέλειάς μας και της εύλογης τυφλότητας που χαρακτηρίζει τις περιορισμένες ικανότητες που διαθέτουμε, για να αντιμετωπίσουμε τα διάφορα πεδία της πολύμορφης δράσης μας.
ΥΓ . Ένα συνηθισμένο νοσταλγικό ευχολόγιο σχετικό με τα προηγούμενα είναι τα λόγια του γνωστού παλιού τραγουδιού του Φώτη πολυμέρη «Να’ταν τα νιάτα δυο φορές, διπλές να ήταν oι χαρές, να μην υπάρχουν πόνοι...», ποιος, όμως, πιστεύει ότι τα νιάτα συμπλέουν πάντα με τη χαρά; Ο πόνος δε γνωρίζει ηλικίες αλλά χτυπάει ανάλγητα όλο το ηλικιακό φάσμα. Το λέω αυτό από πολλές προσωπικές εμπειρίες της νιότης μου που, όπως του καθενός μας, ραπίστηκε από ποικίλα τραύματα. Παρ' όλα αυτά, θα’θελα να ξαναγινόμουνα νέος και αντιφάσκοντας με όσα ανέφερα πριν θα προσπαθούσα να μην κάνω λάθη. Ανίατη η νόσος της νοσταλγίας!

Ελπίδας Ζώπυρα

 Καθισμένος στο γραφείο κοιτάζω το Χριστουγεννιάτικο δεντράκι και νοιώθω βαθιά χαρμολύπη. Χάρμα, γιατί τα φωτάκια του με το παλινδρομικό του λαμπύρισμα στέλνουν το ελπιδοφόρο μήνυμα της «ἐπι γῆς εἰρήνη» και της «ἐν ανθρώποις εὐδοκίας» , μ’άλλα λόγια σαν να σε διαβεβαιώνουν ότι «τἀχαὔριον ἔσεται ἄμεινον». Λύπη, γιατί τα γύρω μου συμβαίνοντα δε προοιωνίζονται κάτι τέτοιο. Πως να μην απαισιοδοξώ, όταν διαπιστώνω σε καθημερινή βάση ότι εν ονόματι του δήθεν πολιτισμού φερόμαστε απολίτιστα; Κάποτε η φύση με τους παγετώνες της σκότωσε του δεινόσαυρους. Σήμερα εμείς οι πολιτισμένοι παίρνουμε εκδίκηση από τη φύση και την καταστρέφουμε. Ίσως  Στο απώτερο μέλλον, αν καταστρέψουμε οριστικά τον πλανήτη μας, έλθουν άλλοι από άλλους πλανήτες και πουν:«Ο πλανήτης Γη καταστράφηκε την εποχή των δεινανθρώπωνθηριοποιούμε τον άνθρωπο και μάλιστα με επιστημονικούς τρόπους. Άλλωστε η επιστήμη είναι μια από τις μορφές του πολιτισμού. Έτσι καταργήσαμε τα πέτρινα όπλα και κατασκευάσαμε σύγχρονα συμβατικά ή πυρηνικά, εύστοχα, αποτελεσματικά, όπλα πανδημικής θανατοφορίας, εγγυημένα.   
  Ιδεολογικοποιήσαμε το μίσος, μεταλλάξαμε την άμιλλα σε αντιπαλότητα, χωριστήκαμε με σύνορα, συνθλίψαμε τον αδύναμο, εξωραΐσαμε το ψεύδος, εκβιάσαμε, φανατίσαμε, πουλήσαμε, πουληθήκαμε. Κατασκευάσαμε με τον κανόνα και το διαβήτη αυτοκρατορίες, σηκώσαμε παντιέρες και σαν δράκουλες μεθύσαμε από το αίμα των συνανθρώπων μας. Και όλα αυτά εν ονόματι του πολιτισμού. Αλλά ποιού πολιτισμού; Του πολιτισμού που στοχεύει στην υλική κερδοφορία με σημείο αναφοράς του τον Μίδα και τον Μαμωνά.
    Αύριο έχουμε Χριστούγεννα. Το άστρο της Βηθλεέμ θα ξαναφέξει. Το ελπιδοφόρο του φως θα ξαναχυθεί στης γης τα πλάτια, για να ζεστάνει τις παραπαίουσες ψυχές του ανθρώπινου είδους. Θα τις ζεστάνει όμως; Δεν το ξέρω, Χριστέ μου. Εγώ είμαι άνθρωπος, δεν είμαι Θεός, για να γνωρίζω το μέλλον. Γι’αυτό θα σου ζητήσω μια χάρη. Βάλε στις αχτίδες τ’αστεριού σου καμπανάκια μήπως και ηχήσουν διεγερτικά στα νωχελικά αφτιά των μη ακουόντων. Αυτά τα καμπανάκια ίσως  να’ναι τα ζώπυρα της ελπίδας για μια δισκελή ανθρώπινη ευτυχία, που το ένα της σκέλος θα πατάει σε κρηπίδωμα με την επιγραφή « ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ », και το άλλο θα πατάει σε κρηπίδωμα με την επιγραφή « ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ » !


 Ηχοκυμβαλιστικά
Μιλούν με χαρακτηριστική ηχηρότητα. Τους ακούει θέλοντας και μη ο περίγυρος  όχι γιατί το θέλει, αλλά γιατί το θέλουν αυτοί. Η έκκροτη παρουσία τους μεταλλάσσει τον βρόντο σε αποδεικτικό καταξίωσης, γιατί έτσι πιστεύουν πως ανεβαίνουν στα μάτια των άλλων. τι κουφότητα, τι επιδερμισμός, τι φλοιός της ουσίας! Μοιάζουν με κάποιους δασκάλους που φωνασκούν συνεχώς νομίζοντας πως αυτό ανεβάζει το κύρος τους στην τάξη και δεν καταλαβαίνουν ότι, όσο πιο χαμηλότονα και ήρεμα μιλάς, τόσο αποκτά ο λόγος σου υποβλητικότητα ικανή να εμπνεύσει το μαθητή.
Το κύμβαλο είναι ένα κρουστό μουσικό όργανο που έχει αρχαία την προέλευση. Ο δυνατός του ήχος μπορεί να σε τρελάνει. Ο κυμβαλοκρούστης,, αν είναι αδέξιος, γίνεται βάρβαρος εκτελεστής των αφτιών μας μ’ένα ήχο άρρυθμο, εκκωφαντικό, αδέσποτο, ρηχό. Ο τελευταίος, δηλαδή ο αδέξιος , είναι ο κανόνας της εποχής μας, της εποχής που θάλλει η φλούδα, ακμάζει η ρηχότητα, ευδοκιμεί η απαιδευσία, καταξιώνεται η κούφια ηχηρότητα και περιθωριοποιείται η σοβαρότητα, η σεμνότητα, το βάθος, η υπευθυνότητα.
  Το βάθος της ρηχότητας ή αντίστροφα τη ρηχότητα του βάθους εκφράζει η απελπιστική κραυγή του κενού ανθρώπου που προσπαθεί να αυτοκαταξιωθεί χωρίς έρμα, χωρίς προσόντα, χωρίς ουσία, χωρίς υποδομή αξιών. Ο σύγχρονος αδέξιος κυμβαλοκρούστης αποτελεί το σύμβολο της ηχητικής πηγής που "κουφαίνει" τους πάντες με την κουφότητά του, όταν αυτοί με απογοήτευση διαπιστώνουν ότι αυτή η φαινομενικά υπέρτονη ηχητική πηγή είναι μια οιδαλέα λυμφατική ύπαρξη, ένα αδύναμο κενόπλασμα, ένα αξιοδάκρυτο στύβαλο φτήνιας, απέκκριμα ανόργανου οργανισμού!
Τα παραπάνω διαπιστώνει εύκολα κανείς ακούγοντας ή διαβάζοντας τις θέσεις βαρύγδουπων ειδικών και μη στα ποικίλα ΜΜΕ. Απ’αυτούς ακούει ή διαβάζει κανείς φληναφλήματα της δεκάρας, μεγαλοστομίες, θέσεις ex cathedra μέχρι και αηδιαστικές σπερμολογίες που δείχνουν το περιεχόμενο των κυμβαλιστών που τα λένε ή τα γράφουν. Και τα λένε και τα γράφουν, επειδή εμφορούνται από την έπαρση της άγνοιας, γιατί δεν έχουν ή δε θέλουν να έχουν επίγνωση των πραγματικών τους ικανοτήτων. Κοντολογίς διαθέτει ο τόπος μας πολλά «κύμβαλα λαλάζοντα», δηλαδή ανδρείκελα και γυνείκελα κενόδοξα, άβαθα, ρηχά. Ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή (13,1) λέει: «Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ και των Άγγέλων, ἀγάπην δε μή ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν και κύμβαλον  ἀλαλάζον».
Εγώ παραλάσσοντας το του Παύλου λέω: «Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ, βάθος δε λόγου μή ἔχω ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν και κύμβαλον  ἀλαλάζον».

ΥΓ. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν υπέρ τα εξήντα επίθετα ή επιθετικά ουσιαστικά, για να χαρακτηρίσουν τους κενόδοξους, τους τους κούφιους, όπως: ἀγαυρός, ἀγέρωχος, ἀερσηκάρηνος, ἀερσίνοος, αἰπεινός,ἀλαζονίας, ἀλαζονικός, ἀλαζονοχαυλοφλύαρος, ἀλαζών, βαρύκομπος, βύκτης, γαίων, γαύρος, κεναυχής, κομπαστής, κομπαστικός, κομπηγόρος, κομπολακύθης, κομπορρήμων, κομπός, κομποφακελορρήμων, κομπώδης, λάβρος, μεγαλαύχην, μεγαλαυχής, μεγαλαύχητος, μεγάλαυχος, μεγαλήγορος, μεγαλήνωρ, μεγαλήφατος, μεγαλόφρων, ὀγκώδης, οἰματίας, περίφρων, περπερόγλωσσος, πέρπερος, πεφυσημένος, πλατυλέσχης, σαλάκων, σαύλος, σοβαροβλέφαρος, στόμφαξ, τυφεδανός, τυφομανής, ὑβριστής, ὑβριστικός, ὑπέραυχος, ὑπερηνορέων, ὑπερήνωρ, ὑπερήφανος, ὑπέρκομπος, ὑπερόπτης, ὑπερφύαλος, ὑπερφρων, ὑψαγόρας, ὑψαύχενος, ὑψαύχην, ὑψήγορος, ὑψήκομπος, φρυαγμοσέμνακος, ψολοκομπίας.


Αγωνία

  Μια λέξη που σαρκώνει την ίδια το μοίρα μας , την τραγικότητά μας. όπως αυτή διαγράφεται στη βραχύβια ανθρώπινη πορεία. Παράγωγο ουσιαστικό  από το επίσης ουσιαστικό ἀγών, που κι αυτό παράγεται από το ρήμα ἄγω, η λέξη αγωνία στην πρωτογενή σημασιολογική της διάσταση σημαίνει την άμιλλα για τη νίκη, για την επιτυχία. Η νίκη, όμως, και ευρύτερα η κάθε λογής επιτυχία, συνεπάγεται μόχθο, στέρηση, στεναχώρια, θυσία. Έτσι, κατά λογική αναγκαιότητα η λέξη δευτερογενώς σημαίνει την αβεβαιότητα της αναμονής, την ανασφάλεια, τη στεναχώρια, τη φοβία, το άγχος, το  ψυχοπλάκωμα.
   Από την εμβρυϊκή ηλικία η αγωνία αποτελεί συμπλωτήρα του ανθρώπου. Το έμβρυο δυσφορεί, μέχρι να βγει από της μάνας την κοιλιά, και, σαν έλθει σ ’ επαφή με τον κόσμο, πάλι δυσφορεί ˙ γι’ αυτό βάζει και τα κλάματα.
  Ύστερα ακολουθεί τον ανάντη δρόμο της καθημερινής πάλης.
  Η αγωνία αποτελεί σήμα κατατεθέν της ανθρώπινης ατέλειας. Αυτή σηματοδοτεί τη διαφορά της ανθρώπινης από τη θεϊκή ουσία. Η Θεότητα δε νοείται να αγωνιά, γιατί εκφράζει την απολυτότητα. Είναι αδιανόητο για τη θεότητα να θέτει στόχους και σκοπούς, για την επίτευξη των οποίων θα έπρεπε να αγωνιά. Η απολυτότητα της θεϊκής οντότητας συνεπάγεται την ανυπαρξία αγωνίας. Αυτό το είχαν συνειδητοποιήσει οι μεγάλοι τραγικοί, γι’αυτό στις περισσότερες των τραγωδιών βλέπουμε την αγωνιώδη συσίφεια προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεράσει τα όριά του επιχειρώντας να διεισδύσει σε χώρους που κατά παράδοση ανήκουν στους Θεούς.   Αυτό, όμως, το εγχείρημα συνιστά «ύβριν», δηλαδή συμπεριφορά αλαζονική. Και οι Θεοί με τον τρόπο τους, αναγκάζουν τον άνθρωπο να περιορίσει το ανάστημά του στους χώρους που του πρέπουν. Αλλά ο Άνθρωπος παλεύει. Παλεύει να μάθει, παλεύει ν’ανακαλύψει, παλεύει να εφεύρει, παλεύει ν’αποκτήσει, παλεύει ν’ανέβει, παλεύει να κυριαρχήσει. Κοντολογίς από διακριτός παλεύει να γίνει διακεκριμένος. Αυτό το στοιχείο της πάλης είναι ενδεικτικό της ανθρώπινης ενεργητικότητας και της ανθρώπινης τελ(ε)ολογίας, και όχι μόνο αυτό , αλλά το περισσότερο που προσφέρει είναι ότι λειτουργεί επιρρωτικά στο ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος αυτοσυνειδησία, δηλαδή να ’ρθει σε συνείδηση του εαυτού του. Γιατί ο άνθρωπος γίνεται αυτοσύνειδος και από τις νίκες (επιτυχίες) και από τις ήττες (αποτυχίες).
  Πόσα χρόνια, αλήθεια, ζει ο άνθρωπος; Και υπέργηρος αν φύγει από τν κόσμο αυτόν, πάλι λίγο έζησε. Η διάρκεια της ζωής του είναι ένα χρονικό τίποτα. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό τίποτα προσπαθεί να γίνει δημιουργός βάζοντας τη σφραγίδα του στο οικοδόμημα του πολιτισμού. παρεπόμενα αυτής του της δράσης είναι για τον άνθρωπο η αγωνία και βάζει στόχους, βάζει σκοπούς. Κάθε στόχος οδηγεί σ’ ένα σκοπό, που κι αυτός με τη σειρά του γίνεται στόχος για επίτευξη άλλου σκοπού. Ατέρμονας αυτός ο αγώνας και συνάλληλη η αγωνία. Το τέλος του αγώνα, άρα και της αγωνίας, έρχεται με το θάνατο, ο οποίος λειτουργεί για όλους επιπεδοποιητικά, αφού ο άνθρωπος είτε έχει για μνημούρι μια απέριττη ταφόπλακα είτε έχει ένα  μαυσωλείο. Θα γίνει «... σκωλήκων βρμα (= τροφή) και δυσωδία ». Εκεί θα ηρεμήσει χωρίς να αγωνιά αν θα μάθει, ανακαλύψει, εφεύρει, αποκτήσει, ανέβει, κυριαρχήσει.
Αγαπημένε μου αναγνώστη
Είναι ώρα να συνειδητοποιήσεις ότι η δύσβατη πρόσκαιρη ζωή μας πρέπει να αντιμετωπίζεται με στωικότητα. Αν αυτό δεν το κάνεις πράξη του βίου αρκούμενος σε Ιερεμιακούς κλαυθμυρισμούς, θα’σαι ένας απράγμονας μοιρολάτρης, νεκρός, πριν ακόμα πεθάνεις. Γι’ αυτό αξίζει να παλεύεις, για ν’ αγωνιάς. Σ’ αντίθετη περίπτωση, η έλλειψη αγωνίας θα σου εξασφαλίσει την ισόβια αγονία, δηλαδή την ακαρπία, και δίκαια θα εξασφαλίσεις τον όχι επίζηλο τίτλο του « ἄχθους ἀρούρης» (=βάρους της γης).


Ανοιχτή  επιστολή στο Θεό . . .

Στο σύμβολο της Χριστιανικής πίστης, το λεγόμενο "Πιστεύω", ο Θεός αποκαλείται πατέρας, παντοδύναμος, δημιουργός του Ουρανού και της Γης, δηλαδή του Σύμπαντος και μάλιστα δημιουργός όλων, όσα είναι προσπελάσιμα στις αισθήσεις μας και όσα δεν είναι. Πέρα από αυτά εμείς οι άνθρωποι, σε μια προσπάθεια να αποδείξουμε μια νοητική δυναμική, πάμε να πλησιάσουμε το Θεό γνωστικά με τα δικά μας ατροφικά μέσα αποκαλώντας τον αιώνιο, άπειρο, απερινόητο, πανάγαθο, πανταχού παρόντα, σοφό κ λ π. Και δε φτάνει αυτό αλλά σε μια έξαρση οξυμωρίας ή παρωπιδικής αφέλειας τον απεικονίζουμε με το χρωστήρα του ζωγράφου ή τη σμίλη του γλύπτη προσδίδοντάς του ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Έτσι στο όμορφο δίνουμε μορφή και σαν μάγοι μεταλλάσουμε το άπειρο σε πεπερασμένο, το απερινόητο σε νοητό, το εξωαισθητό σε αισθητό και το εξωλογικό σε λογικό. Και θέλουμε να θεωρούμαστε το τελειότερο πλάσμα του θεού τη στιγμή που δίνουμε δείγματα τέτοιας μικρόνοιας.
Εγώ Θεέ μου-επίτρεψέ μου να Σου απευθύνω το λόγο στον ενικό αριθμό - τολμώ να σε κάνω κοινωνό των ακολούθων μου θέσεων:
Αν το τελειότερο πλάσμα Σου είμαστε εμείς οι άνθρωποι, τότε δε νομίζω πως είσαι σοφός. Γιατί οι άνθρωποι είμαστε ένα μάτσο χάλια γεμάτοι προβλήματα προϊόντα της ατέλειάς μας, της μικρότητάς μας, της τυφλότητάς μας. Παίρνω λοιπόν το θάρρος και σου λέω: Ή είσαι σαδιστής και θέλεις να χαίρεσαι με τα βάσανά μας ή μας έφτιαξες ως πρότυπα προς αποφυγή δείχνοντάς μας σε κάποια άλλα Σου δημιουργήματα και λέγοντάς τους; «Δείτε τι μπορούσα να σας κάνω˙ όμως από την αγάπη μου για Σας δεν σας έκανα σαν, κι αυτούς». Αν αυτά δεν ισχύουν, τότε αρχίζω να μπερδεύομαι παίρνοντας πίσω τα περί σοφίας Σου. Και μη με παρεξηγείς γι’αυτό. Βλέπω γύρω μου τόση δυστυχία, που αδυνατώ να πιστέψω πως αίτιός της είναι το τελειότερο των πλασμάτων σου. Ανισότητα, απανθρωπιά, δουλεία, εκμετάλλευση, καταδυνάστευση, ορφάνια, πείνα, πόλεμοι, προσφυγιά και ένας σωρός άλλα τέτοια δεινά, που δημιουργήσαμε εμείς οι άνθρωποι, δε με πείθουν για την τελειότητα του είδους μας.     
Καυχόμαστε ότι ιστορία είναι ο πολιτισμός και δημιουργός του πολιτισμού είναι μόνο ο άνθρωπος.
Ποιού πολιτισμού; Πολιτισμός είναι το γεγονός ότι αντί για τρίχωμα φοράμε σενιέ φορεσιές ; Πολιτισμός είναι ότι αντί για ρόπαλο χρησιμοποιούμε αυτόματο όπλο με τηλεοπτική διόπτρα ; Πολιτισμός είναι να χτίζουμε περικαλλείς κατοικίες καταπατώντας δάση και καταστρέφοντάς τα ; Πολιτισμός είναι να λυμαίνονται τον πλούτο του πλανήτη μας λίγα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ; Πολιτισμός είναι η μία κοινωνική ομάδα να θέλει να ζει σε βάρος της άλλης ; Πολιτισμός είναι η μισαλλοδοξία, η αντιπαλότητα, η αδίσταχτη σπουδαρχία, η εμπάθεια ή η εθελοτυφλία του αγελαίου οπαδισμού ; Πολιτισμός είναι η ψευδολογία, ο
φαρισαϊσμός η ωμότητα της ιδιοτέλειας, ο κεντρομόλος ατομικισμός, ο αφορισμός της υποχρέωσης, η απεμπόληση του καθήκοντος ; Πολιτισμός είναι ο δογματισμός και η αυτοβύθιση στο τέλμα της ακρισίας ; Πολιτισμός είναι ………
Προφανώς Θεέ μου, όλα τα παραπάνω δεν είναι πολιτισμός.
Άρα δεν είμαστε τα τελειότερα πλάσματά Σου! Ίσως αυτό να ισχύει στη γη. Εσύ, όμως, θα’σουνα πιο αδικημένος, αν Σε θεωρούσαμε ποιητή της ατέλειας. Σίγουρα η μεγαλοσύνη Σου θα έχει να επιδείξει άλλες δημιουργίες τέλειες, που η μικροσωμία μας αδυνατεί να συλλάβει. Τουλάχιστον-αυτό στο παρακαλώ ιδιαίτερα- φρόντισε να μας στείλεις από το ΔΝΤ (Διεθνές Νοητικό Ταμείο) λίγο μυαλό, μήπως τη μικρότητα της ατέλειάς μας την κάνουμε λιγότερο μικρή. Σ’ευχαριστώ!